Ο Νίκος μπορεί να μην είναι πιστός αλλά σέβεται όλες τις θρησκείες, ενώ νιώθει βαθειά κατάνυξη μπροστά στις χριστιανικές ιεροτελεστίες και παραδόσεις. Δακρύζει από συγκίνηση τη Μεγάλη Παρασκευή κατά την περιφορά του Επιταφίου και αγαλλιάζει από χαρά, λαμβάνοντας το Άγιο Φως της Ανάστασης. Αυτή είναι και η μόνη σχέση που έχει με την εκκλησία γι’ αυτό και παραξένεψε την παρέα η εμμονή του να παρακάμψει το πρόγραμμα του ταξιδιού για να επισκεφτεί το εγκαταλελειμμένο ερημητήριο του Αγίου Αμβροσίου στα νοτιοδυτικά της Ισπανίας. Μόνο η Δέσποινα τον ακολούθησε στην αναζήτησή του, διασχίζοντας με το αυτοκίνητο δρόμους και χωματόδρομους, ολάνθιστα ανοιξιάτικα λιβάδια και αγρούς, με άλογα, ταύρους, αγελάδες και τα μικρά τους.

 

Αφού πέρασαν και το χωριό του Αγίου Αμβροσίου, χάθηκε εντελώς το σήμα από το google map. Ένας βοσκός τους έστειλε σε ένα αθέατο μονοπάτι, εξαφανισμένο κάτω από τα χαμομήλια, τους λαζάρους και τις παπαρούνες και συνεχίζοντας με τα πόδια είδαν να ξεπροβάλλει ο τρούλος της εκκλησίας. Στη στέγη σε μια τεράστια φωλιά, ένας πελαργός τάιζε τα νεογνά του ενώ σε λίγο επέστρεψε και ένας δεύτερος. Πουλιά μονογαμικά, κλωσούν και αναθρέφουν μαζί τα παιδιά τους, τα μαθαίνουν να πετούν, να μάχονται μπροστά στους κινδύνους, να κυνηγούν την τροφή τους, να χαίρονται τα ύψη και τους αιθέρες ως το φθινόπωρο που θα αφήσουν πίσω τους τον ουρανό της Ανδαλουσίας για να πετάξουν όλα μαζί απέναντι, στις ακτές της Αφρικής και να ξεχειμωνιάσουν. Θα επιστρέψουν την ερχόμενη άνοιξη στην ίδια φωλιά, χωρίς να χρειαστούν google map ή οδηγίες όπως εμείς αφού αυτά ακολουθούν μόνο το ένστικτο και τις αισθήσεις τους. Το ταξίδι και η μετανάστευσή τους συνεχίζεται αέναα από γενιά σε γενιά, από φθινόπωρο σε άνοιξη. Οι τεράστιες φωλιές τους τα περιμένουν στις στέγες και σε καμπαναριά εκκλησιών, καθεδρικών ναών και πυλώνων της ηλεκτρικής.

 

Ο Νίκος, μπαίνοντας με δέος και συγκίνηση στο εκκλησάκι, εκπλήρωνε ένα προσωπικό τάμα. Αφού δεν μπορούσε να φτάσει στο χωριό των παππούδων του, τον Άγιο Αμβρόσιο Κερύνειας, που βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή, ήρθε εδώ σε ένα άλλο εκκλησάκι και ένα χωριό με το ίδιο όνομα που συμβολίζει τη βίαιη αποκοπή από την αθωότητα των παιδικών του χρόνων, όταν αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει το καλοκαίρι του 1974, φεύγοντας με τα πόδια με τον παππού, τη γιαγιά και τους υπόλοιπους χωριανούς, για να σωθούν από τους βομβαρδισμούς. «Ππέσε χαμαί…» και ξαφνικά βρέθηκε κάτω από το σώμα του παππού που το πρόταξε σαν ασπίδα ώστε να προστατέψει τον εγγονό του. Τα γυναικόπαιδα έκλαιγαν και φώναζαν ενώ οι λιγοστοί άντρες, κυρίως παππούδες οι οποίοι δεν είχαν επιστρατευτεί, έσφιγγαν τα δόντια κοιτάζοντας με αγωνία τον κόσμο γύρω τους μήπως και είχε τραυματιστεί κανείς. 

 

Έβλεπε το χωριό και τα σπιτάκια του να χάνονται καθώς απομακρύνονταν, τα περιβόλια με τις χρυσομηλιές φορτωμένες καρπούς και τη θάλασσα γαλήνια στο βάθος να ασημίζει, λες και όλο το κακό γινόταν σε μια πολεμική ταινία. «Μεν θωρείς πίσω γιε μου, μπροστά σου μόνο να θωρείς» του έλεγε η γιαγιά τραβώντας τον από το χέρι, ενώ κάθε τόσο ένα αεροπλάνο περνούσε χαμηλά από πάνω τους και όλοι πάγωναν από τον τρόμο. Τότε έβαζε η γιαγιά το αγοράκι να κατεβάσει το παντελόνι του «Κατούρα γιε μου, άτε να χαρείς να σου βκει ο φος» και τότε το μικρό αγόρι πάγωνε ακόμη περισσότερο από την αγωνία, έπρεπε να ουρήσει και δεν μπορούσε, αφού η δίψα του είχε στεγνώσει το στόμα. Έβλεπε τον παππού αμίλητο με το μαντήλι στο κεφάλι να κρατά την άδεια πια κολόκα, αφού τους είχε τελειώσει το νερό, ώσπου βρήκαν ένα σπήλιο όπου και κρύφτηκαν με άλλους χωριανούς.

 

Έσκυψε ο Νίκος για να μπει στη σκύτη του Αγίου Αμβροσίου. Ούτε μια εικόνα ή ένα καντηλέρι, για ν’ ανάψει ένα κερί εις μνήμην των παππούδων και όσων χάθηκαν εκείνο το καλοκαίρι του 1974. Μα η φλόγα έκαιγε μέσα στην καρδιά και στα μάτια του, όπως όταν παιδί  φιλούσε με ευλάβεια τις εικόνες και άναβε κεράκι κάνοντας μια ευχή. Ο Άγιος Αμβρόσιος ήταν μέσα στο είναι του, βίωμα, μνήμες και μυρωδιές. Ούτε η κατοχή ούτε ο χρόνος κατάφεραν να σβήσουν τις εικόνες από τον καλοκαιρινό παράδεισο των παιδικών του χρόνων. Το ίδιο βράδυ έστειλε στα ξαδέλφια φωτογραφίες από το ερημητήριο του Αγίου Αμβροσίου, στη στέγη του οποίου κάθε άνοιξη οι πελαργοί γεννούν με ασφάλεια τα αυγά τους και η νέα ζωή αναβλύζει μέσα από τη γη, η οποία υπομένει και καρτερεί. Να μπορούσαν και οι πρόσφυγες όπως οι πελαργοί να επιστρέψουν στο σπίτι, στη φωλιά τους.

 

Φεύγουν για να συναντήσουν την υπόλοιπη παρέα που τους περιμένει στις ακτές του ακρωτηρίου Trafalgar, στο σημείο που έγινε η γνωστή ναυμαχία με την ήττα των συμμαχικών δυνάμεων του Ναπολέοντα. Εδώ σ’ αυτό το ακρωτήρι του Ατλαντικού κέρδισε ο Νίκος τη δική του μάχη, νικώντας τους δαίμονες των παιδικών του χρόνων, αποτίνοντας φόρο τιμής στον Άγιο Αμβρόσιο Κερύνειας και σε όλες τις κατεχόμενες πατρίδες. Ένας δυνατός άνεμος σήκωσε μια αμμοθύελλα που έριξε και σκόρπισε στο πέρασμά του τους ανθούς από τις κιτρομηλιές και τις πορτοκαλιές που μοσχομυρίζουν τέτοια εποχή στους δρόμους, στα πεζοδρόμια και στις αυλάδες της Ανδαλουσίας. Ο αέρας μύρισε αλμύρα μα και ανθούς. Η ανάβαση προς τον φάρο κατέστη αδύνατη λόγω της τρικυμίας και των ανέμων. Η εκδρομή στον φάρο αναβλήθηκε για μια άλλη μέρα.

dena.toumazi@gmail.com