Οι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που μπόρεσαν να φτάσουν στις ακτές της Μυτιλήνης το καλοκαίρι του 2015, αλλά και χιλιάδες άλλοι που δεν τα κατάφεραν, ήταν στην πλειονότητά τους ανώνυμοι. Δεν μάθαμε ποτέ τις ιστορίες τους και τα όσα φρικτά βίωσαν αρχικά στις εμπόλεμες χώρες καταγωγής τους και μετέπειτα στο επίπονο ταξίδι τους προς τη γη της Επαγγελίας. Ήταν απλά απρόσωποι αριθμοί, άλλο ένα στατιστικό στοιχείο στο γαϊτανάκι μιας άνευ προηγουμένου προσφυγικής κρίσης. Ευτυχώς, για όλους εμάς, δεν ίσχυσε το ίδιο για τη Yusra Mardini από τη Συρία, η οποία μέσα από τη δύσκολη πορεία της ζωής της, το πείσμα και τον ηρωισμό της, έγινε σύμβολο αγώνα και φάρος αισιοδοξίας για χιλιάδες ανθρώπους που τα τελευταία χρόνια βρέθηκαν μετέωροι ανάμεσα σε τόπους ρημαγμένους και χώρες που τους αντιμετώπισαν ως ανεπιθύμητους. 

Η αληθινή ιστορία της Yusra Mardini, όπως αυτή καταγράφεται στη συγκλονιστική ταινία «The Swimmers», που προβάλλεται στην πλατφόρμα του Netflix, αποτελεί πραγματικά έναν ύμνο στη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης και ένα πανανθρώπινο μάθημα ζωής. Από την εμπόλεμη Συρία μέχρι τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο με την Ολυμπιακή Ομάδα Προσφύγων, η ταινία ακολουθεί τη διαδρομή και τις δυσκολίες ενός 17χρονου κοριτσιού που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικογένεια και την πατρίδα του, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στη Γερμανία. Και αποτελεί μια υπενθύμιση ότι «όσες φορές και να πέσουμε, άλλες τόσες πρέπει να σηκωθούμε».

Η Yusra πήγαινε σχολείο, κολυμπούσε με τα χρώματα της εθνικής ομάδας της Συρίας και ονειρευόταν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η φυσιολογική της ζωή διακόπηκε βίαια όταν ξέσπασε ο πόλεμος στη χώρα της. Όταν μια βόμβα έπεσε στην πισίνα που κολυμπούσε. Όταν βομβαρδίστηκε το σπίτι της στην Νταράγια, ένα προάστιο της Δαμασκού.

Δεν ήθελε να φύγει από τη χώρα της, δεν είχε όμως και επιλογή αν ήθελε να παραμείνει ζωντανή. Και ποτέ δεν είχε φανταστεί πως αντί για τις πισίνες θα αναγκαζόταν να κολυμπήσει στα παγωμένα νερά του Αιγαίου, παλεύοντας για ώρες, μαζί με την αδερφή της, με τα μανιασμένα κύματα, το σκότος, τον φόβο και την εξάντληση, μέχρις ότου καταφέρουν, τραβώντας τη βάρκα, να φτάσουν στις ελληνικές ακτές, σώζοντας τη ζωή τους, αλλά και τις ζωές δεκάδων άλλων κατατρεγμένων ανθρώπων με τους οποίους είχαν στοιβαχθεί κακήν κακώς σε ένα φουσκωτό σαπιοκάραβο.

Η ταλαιπωρία όμως, δεν τελειώνει στις ακτές της Λέσβου. Χρειάστηκε να περπατήσουν ένα μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ευρώπης, να κρυφτούν σε χωράφια, να περάσουν αγκαθωτά συρματοπλέγματα, να αντιμετωπίσουν τους αδίστακτους διακινητές και τους Ούγγρους συνοριοφύλακες, να περιμένουν μέρες ολόκληρες εγκλωβισμένες στα γρανάζια της γραφειοκρατικής μηχανής, καθώς περνούσαν από τη μια χώρα στην άλλη. Κι όταν επιτέλους φτάνουν στο Βερολίνο, η Yusra, με την επιμονή που τη διακρίνει, καταφέρνει να επιστρέψει στις πισίνες, κάνοντας πραγματικότητα το παιδικό της όνειρο: Να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες!

Η ταινία περιγράφει με παραστατικότητα την απόγνωση, τον τρόμο και τις αντιξοότητες σε ένα ταξίδι πραγματική Οδύσσεια, αφήνοντας στον θεατή μια γλυκόπικρη γεύση. Το δίχως άλλο σε προβληματίζει. Σε κάνει να αντιληφθείς πως δεν επιλέγεις την προσφυγιά. Επιλέγεις αν θα πεθάνεις στην πατρίδα σου ή αν θα διακινδυνεύσεις τη ζωή σου στην προσπάθεια σου να σωθείς. Σε αναγκάζει να αντικρίσεις κατάματα τη φρίκη του πολέμου, τη χαμένη ανθρωπιά και τη δύσκολη διαδρομή όλων αυτών των ανθρώπων, προκειμένου να ξεφύγουν από τις σφαίρες, τον όλεθρο, την καταστροφή και εν τέλει τον θάνατο. Πάνω απ’ όλα, σε κάνει να αντιληφθείς ότι κανένας γονιός δεν βάζει το παιδί του σε βάρκα αν το έδαφος της πατρίδας του είναι στέρεο.

panayiota.charalambous@phileleftheros.com