Αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές και τα όσα προηγήθηκαν με εκείνο το οργιώδες παρασκήνιο περί συναινέσεων και συνεργασιών για εκλογή στην Προεδρία της Βουλής του Άντρου Κυπριανού, δημιουργήθηκε καχυποψία στις σχέσεις ΔΗΚΟ-ΑΚΕΛ, που ουσιαστικά «ανέβαζε» τον βαθμό δυσκολίας στις μετέπειτα προσπάθειες συνεργασίας των δύο στο κόκκινο. Το εκλογικό αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών για τα δύο κόμματα έβαζε ακόμα πιο δύσκολα για επιτυχία.
Στο ΔΗΚΟ, εξάλλου, ο στόχος είχε ήδη καθοριστεί. Κυβέρνηση ή συγκυβέρνηση την επόμενη πενταετία. Υπό αυτά τα δεδομένα, ο Αβέρωφ ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση ισχύος στο πολιτικό σκηνικό, έχοντας στο ενεργητικό του ακόμα μια νίκη, με την εκλογή της Αννίτας Δημητρίου στην προεδρία της Βουλής. Η οποία επιτεύχθηκε με τις ψήφους των βουλευτών της ΔΗΠΑ και του ΕΛΑΜ, με τη χαρακτηριστική σκηνή την ώρα της δεύτερης ψηφοφορίας, τον Αβέρωφ Νεοφύτου να γυρίζει προς τα πίσω και να δίνει το σύνθημα με ένα χαρακτηριστικό νεύμα του χεριού του. Και ήταν μια κίνηση που δεν εξέπληξε. Ιδιαίτερα όσον αφορά τη ΔΗΠΑ, η στήριξη προς την Αννίτα Δημητρίου ήταν αυτονόητη μετά το «ξήλωμα» της ιδέας για ευρύτερη συνεργασία στήριξης των κομμάτων υπέρ του Άντρου Κυπριανού. Διότι, στην ουσία, η ΔΗΠΑ δεν είχε άλλη επιλογή αν ήθελε -που ήθελε- να συνεχίσει να μετέχει με στελέχη και μέλη της στην Κυβέρνηση και ας έλεγε σε πηγαδάκια με σεξιστικό στόμφο στέλεχός της το εξής: «Ρε φίλε, μα εν τζιαι να κάμνω την καύκα του Αβέρωφ. Να έσιει τζιαι την προεδρία της Δημοκρατίας, τζιαι την προεδρία της Βουλής».
Επειδή όμως η ΔΗΠΑ, ως το πρώην μισό ΔΗΚΟ, δεν ήταν από μόνο του ισχυρό όχημα συνεργασίας ενόψει προεδρικών εκλογών, ο Αβέρωφ Νεοφύτου και η Πινδάρου ξεκίνησαν από την επομένη ουσιαστικά των βουλευτικών εκλογών και ένα έντονο φλερτ με το ΔΗΚΟ, με πρώτη πράξη τον διαμοιρασμό των προεδριών της Βουλής, με τον ΔΗΣΥ να αφήνει την προεδρία της Επιτροπής Οικονομικών στο Δημοκρατικό Κόμμα και παράλληλα άφησε τον Νικόλα Παπαδόπουλο σε ρόλο ρυθμιστή, να αναλάβει πρωτοβουλία για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο από την επιμονή του ΕΛΑΜ από τη μια, να πάρει την προεδρία και τις αντιδράσεις που υπήρχαν από το ΑΚΕΛ και την ΕΔΕΚ από την άλλη. Λίγους μήνες μετά, επίσης, και συγκεκριμένα πέρσι τον Νοέμβριο, μετά από το θέμα που προέκυψε με τη χορηγία των κομμάτων και το πώς αυτή έπρεπε να κατανεμηθεί, ο ΔΗΣΥ, στήριξε τη θέση του ΔΗΚΟ. «Η θέση του ΔΗΚΟ για τη χρηματοδότηση των κομμάτων είναι τεκμηριωμένη και έχει λογική προσέγγιση», ανέφερε χαρακτηριστικά η ανακοίνωση της Πινδάρου. Από το πολιτικό σκηνικό δεν πέρασε απαρατήρητη και η απουσία αντιπολιτευτικών ανακοινώσεων και δηλώσεων από πλευράς του Δημοκρατικού Κόμματος.
Οι σχέσεις Νικόλα – Αβέρωφ είχαν αρχίσει να θερμαίνονται ξανά, μετά την ψύχρα που επήλθε το 2020, όταν το ΔΗΚΟ αποφάσισε να καταψηφίσει τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Κίνηση η οποία αποδείχθηκε τελικά λανθασμένη. Οι φήμες έλεγαν ότι ο Αβέρωφ, προβλέποντας την αποτυχία συνεργασίας του ΔΗΚΟ με το ΑΚΕΛ για τις προεδρικές εκλογές, ανέμενε τον Νικόλα με ανοικτές αγκάλες και έτοιμος να του προσφέρει γην και ύδωρ για συμπόρευση στις προεδρικές εκλογές. Και ο τελευταίος, όπως αναφέρουν οι ίδιες φήμες, δεν έβλεπε με καθόλου κακό μάτι αυτό το σενάριο, αφού επιτύγχανε τον στόχο, το ΔΗΚΟ να είναι στην Κυβέρνηση και ταυτόχρονα θα ήταν ξανά ο ίδιος και το κόμμα του πρωταγωνιστές έναντι του Καρογιάν και της ΔΗΠΑ.
Από την άλλη, είχαμε και τις αναφορές για τις «συγκεκριμένες αλλαγές στο ΓεΣΥ» από πλευράς ΔΗΣΥ κατά τη διάρκεια της συζήτησης, τους προϋπολογισμούς του Υπουργείου Υγείας, με τις οποίες ουσιαστικά η Πινδάρου έκλεινε το μάτι στον Μαρίνο Σιζόπουλο.
Και όλα αυτά θα έρχονταν ως μια λογική και φυσιολογική εξέλιξη στο πολιτικό σκηνικό, εάν δεν έμπαινε σφήνα ο Νίκος Χριστοδουλίδης, ως το τρίτο πρόσωπο που χάλασε το φλερτ του ΔΗΣΥ με όλο τον κεντρώο χώρο. Τα κόμματα του οποίου, όπως αποδείχθηκε, σύρθηκαν υπό την πίεση της δημοφιλίας του τέως ΥΠΕΞ στο άρμα του για πιο εύκολη επίτευξη του στόχου συμμετοχής στη νομή της εξουσίας.
Επειδή, λοιπόν, η συζήτηση αναλώνεται σήμερα στο κατά πόσο υπάρχουν ή όχι μυστικές συμφωνίες και έγγραφα, είναι καλό να ξέρουμε και το πώς ήταν και το πώς εξελίχθηκε το πολιτικό σκηνικό μέχρι να φτάσει εδώ. Και, ναι, ασφαλώς και θα υπάρχουν κάποιες συμφωνίες μεταξύ του υποψηφίου και των κομμάτων. Άλλωστε, τι συνεργασία είναι χωρίς μια τυπική, έστω, συμφωνία σε ένα πλαίσιο θέσεων. Και είναι για αυτό που είναι ακατανόητη σε αυτό το σημείο η στάση του Νίκου Χριστοδουλίδη, ο οποίος δεν βγαίνει με παρρησία να πει: Ναι, με τα κόμματα που στηρίζουν την υποψηφιότητά μου έχουμε συμφωνήσει με το καθένα χωριστά και όλα μαζί σε ένα πλαίσιο κοινών θέσεων. Πού ακριβώς είναι το πρόβλημα και δεν το κάνει; Ούτε λιγότερο συναγερμικός θα δηλώσει, ούτε λιγότερο ανεξάρτητος. Το αυτονόητο θα πει…