«Από αυτό προκύπτει και η απορία αν η ευδαιμονία είναι κάτι που μπορεί να διδαχθεί ή αποκτάται με τη συνήθεια ή με κάποιον άλλο τρόπο άσκησης ή από κάποια θεϊκή μοίρα ή χάρη στην τύχη». Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1099b9-11
Είναι η «ευτυχία» θέμα τύχης; Εξαρτάται η ευτυχία μας από τα απρόβλεπτα γεγονότα που θα συμβούν κατά τη διάρκεια της ζωής μας ή όχι; Αν η ευδαιμονία μας δεν εξαρτάται από εμάς και τις προσωπικές μας ενέργειες, αλλά από εξωτερικούς παράγοντες, τότε πώς θα μπορούσαμε να ευτυχήσουμε; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει ο Αριστοτέλης προτού εκθέσει τη θεωρία της ευδαιμονίας του.
Η φιλοσοφία έχει κάνει ήδη το βήμα προς αυτή την κατεύθυνση με τον Σωκράτη να θεωρεί ότι η σοφία είναι ευτυχία (Πλάτωνας, Ευθύδημος, 279d) και η διεισδυτική αριστοτελική σκέψη, συνεχίζει από εκεί. Δεν αρκεί να μάθουμε την αρετή, αλλά να γίνουμε ενάρετοι (1103b26-31). Κατά τον ίδιο τρόπο, πρέπει να μάθουμε πώς να ευτυχούμε. Ωστόσο, οι άνθρωποι δεν έχουν πειστεί ακόμη για τη δύναμή τους να διαχειρίζονται τις καταστάσεις που τους αφορούν και πράγματι δεν είναι όλοι σε θέση να το κάνουν. Η άποψη των ποιητών ότι οι θεοί καθορίζουν την τύχη των ανθρώπων (οι οποίοι δεν φέρουν μερίδιο ευθύνης για τις θεϊκές αποφάσεις) δεν απαντά στις απαιτήσεις του ορθού λόγου. Ο Αριστοτέλης θέλει να αντιπαρέλθει τις λαϊκές δοξασίες και να καταστήσει τον άνθρωπο αυτόνομο ακόμη και ως προς την ευδαιμονία του, αλλά πρέπει να αναμετρηθεί μαζί τους. Για τον ίδιο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ευδαιμονία είναι μία σταθερή κατάσταση, επομένως δεν μπορεί να υπόκειται στις μεταβολές της ζωής. Της ζωής που επιλέγει ο καθένας να ζήσει: «Φαίνεται όμως ότι η ευδαιμονία, ακόμη κι αν δεν είναι θεόσταλτη, αλλά αποκτάται μέσω της αρετής και με κάποια διδασκαλία ή με άσκηση, ανήκει στα πιο θεϊκά πράγματα. Γιατί το έπαθλο και ο σκοπός της αρετής φαίνεται να είναι κάτι άριστο, θεϊκό και μακάριο. Και είναι κοινό για πολλούς. […] Αν πάλι είναι αυτό καλύτερο παρά να είσαι ευδαίμων από τύχη, είναι λογικό έτσι να είναι, όπως σ’ αυτά που συμβαίνουν σύμφωνα με τη φύση, που γίνονται με τον καλύτερο τρόπο, το ίδιο και τα έργα της τέχνης και από οποιαδήποτε αιτία και περισσότερο από την άριστη. Το να παραχωρήσουμε όμως στην τύχη το μεγαλύτερο και το ωραιότερο από όλα τα πράγματα θα ήταν μέγα λάθος». Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1099b14-25
Η αστάθεια της τύχης, όπως είναι φυσικό, συγκρούεται με τη σταθερότητα της ευδαιμονίας που είναι ο στόχος. Εξάλλου, αν παρακολουθούσαμε τις αλλαγές της τύχης που συμβαίνουν σε έναν άνθρωπο, η άποψή μας γι’ αυτόν θα άλλαζε ανάλογα με τα συμβάντα. Ανάλογα με τη στιγμή, θα εμφανιζόταν τη μια ευδαίμων και την άλλη δυστυχής: «Είναι φανερό ότι αν ακολουθήσουμε τις μεταβολές της τύχης, πολλές φορές θα αποκαλούμε τον ίδιο άνθρωπο ευδαίμονα και δυστυχή, παρουσιάζοντας έτσι τον ευδαίμονα σαν ένα είδος χαμαιλέοντα με σαθρά θεμέλια. Ή μήπως δεν είναι καθόλου σωστό να παρακολουθούμε τις μεταβολές της τύχης; Διότι, δεν εξαρτάται από αυτές το να ζούμε καλά ή άσχημα, αλλά ο ανθρώπινος βίος τις χρειάζεται, και, όπως είπαμε, οι κυριότερες για την ευδαιμονία είναι οι ενέργειες που γίνονται σύμφωνα με την αρετή, ενώ οι αντίθετες οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα». Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1100b4-11
Ο Αριστοτέλης είναι ρεαλιστής. Ζει μέσα στον κόσμο και τον παρατηρεί. Δεν είναι δυνατό να αγνοήσει τις δυστυχίες που είναι μέρος της ζωής μας. Τι γίνεται τότε; Πώς βοηθούν οι κατ’ αρετήν ενέργειες το άτομο;
*Η δρ. Έλσα Νικολαΐδου είναι συγγραφέας του βιβλίου Φιλοσοφία για όλους: Γιατί να διαβάζουμε τους αρχαίους φιλοσόφους, Μεταίχμιο, 2022