Διάβαζα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την ημέρα που κηδεύτηκε ο 23χρονος Κυπριανός, μια ανάρτηση ενός συγγενικού του προσώπου, συνοδευόμενη από μια φωτογραφία με τα λουλούδια που σκέπαζαν τον τάφο του. Η ανάρτηση λοιπόν έγραφε: «Δώσαμε όνειρα και πήραμε πληγές. Δώσαμε το μέλλον μας και πήραμε λίγα λουλούδια. Σήμερα κηδέψαμε έναν άγγελο και μαζί του μια ολόκληρη γενιά. Μια γενιά που μάζεψε τα κομμάτια της και βγήκε στο δρόμο να διαμαρτυρηθεί για όσους πέθαναν και εμείς την δείραμε και της ρίξαμε δακρυγόνα». Σ΄ αυτή τη γενιά κι ο Κυπριανός και η Αναστασία και όλα τα παιδιά που άφησαν τα όνειρα τους στα Τέμπη κι έφυγαν γι΄ αλλού.
Η αλήθεια είναι πως η εβδομάδα που ακολούθησε του φονικού δυστυχήματος στην κοιλάδα των Τεμπών ήταν δημοσιογραφικά πολύ δύσκολη, είτε για όσους ρεπόρτερ βρέθηκαν εκεί μπροστά από τα βαγόνια να ενημερώσουν το κοινό, είτε στο νοσοκομείο της Λάρισας, είτε για όσους βρέθηκαν στις κηδείες των θυμάτων αντιμετωπίζοντας το βαρύ πένθος των γονιών που έχασαν τα παιδιά τους, είτε για όσους μείναμε πίσω διαβάζοντας και συναρμολογώντας πληροφορίες για την ενημέρωση του κοινού. Είναι από τις φορές που αναλογίζομαι πόσα αποθέματα ψυχικής ανθεκτικότητας χρειάζεται ένας δημοσιογράφος για να βρίσκεται πρώτος μπροστά σε τέτοιο φονικό και τις πληροφορίες που το αφορούν; Δεν μας πρέπει το «τσουβάλιασμα» με όσα φαιδρά διαδραματίστηκαν σε ελλαδικά τηλεοπτικά πάνελ.
Αυτές τις μέρες, προσπάθησα να κωδικοποιήσω ορισμένες πληροφορίες αλλά και σκέψεις που πέρασαν από το μυαλό μου, ατάκτως ερριμμένες για να τις κρατήσω και να συνεχίσω… Είναι λοιπόν ο πατέρας Χριστόδουλος Παπαϊωάννου που βρέθηκε μπροστά στον χειρότερο του εφιάλτη. Να χάσει ένα από τα έξι παιδιά του και τη στιγμή του αποχαιρετισμού με στωικότητα συγχώρεσε τους αίτιους. Παρά τη λογική ανθρώπινη αντίδραση «Θεέ μου όχι το παιδί μου» είπε «γιατί όχι το δικό μου παιδί; Τι ξεχωριστό έχει από τα παιδιά του κόσμου;». Το αποχαιρέτησε με απόθεμα πίστης στο Θεό που υπηρετεί με τόση αφοσίωση ότι το δικό του το ξεχωριστό του, παιδί με την ολόλευκη ψυχή είναι στο φως.
Είναι κι ο κοσμήτορας της νομικής σχολής του ΑΠΘ Παναγιώτης Γκλαβίνης, που σκύβοντας το κεφάλι μπροστά στο φονικό, ζήτησε συγνώμη για όλες τις εγκληματικές παραλείψεις που στέρησαν τη νιότη στον Κυπριανό και στ’ άλλα παιδιά, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσει ότι το καθήκον τον κάλεσε να παραστεί σε κηδείες παιδιών που οι γονείς τους έστειλαν στην Ελλάδα να σπουδάσουν και επιστράφηκαν σε φέρετρο.
Είναι κι η ένοχη ανακούφιση που εξέφρασε ο δημοσιογράφος και συμπαρουσιαστής του Ράδιο Αρβύλα Χρίστος Κιούσης που το βράδυ της 6ης Μαρτίου, από το βήμα της εκπομπής έλεγε «ξέρω ότι σαν γονιός φοιτητών, πολλοί σαν κι εμένα, σαν κι εμάς… Θα το πω όπως το αισθάνομαι… ένοχη ανακούφιση και πολλές τύψεις γιατί ήταν πολύ εύκολο και πολύ συγκυριακό να είναι το δικό μας το παιδί πάνω σ΄ αυτό το τρένο», για να πάρει την απάντηση πως πάνω σ΄ αυτό το τρένο ήταν τα παιδιά ολονών μας.
Είναι κι η μάνα της 23χρονης Εριέττας, φοιτήτριας της Αρχιτεκτονικής που δεν την έθαψε ακόμη γιατί δεν βρέθηκε ούτε ένα ίχνος… Πλάι στις άλλες μανάδες που θρηνούν τα παιδιά τους στη χώρα που «πάμε κι όπου βγει».
Δεν ξέρω πότε θα καταλαγιάσει η γενικευμένη οργή που πνίγεται στο δακρυγόνο και χτυπιέται απ’ τα γκλοπ των ΜΑΤ στους δρόμους όλης της Ελλάδας αλλά η αλήθεια και το φως δεν μπορεί να πνιγούν κάτω απ’ τον κουρνιαχτό γι’ άλλη μια φορά…