Πριν, και πάνω από το «φαίνεσθε» υπάρχει και το «είναι». Εμείς, δυστυχώς γέρνουμε πιο πολύ στο πρώτο. Αυτό μας ελκύει. Επάνω του κτίζουμε το προφίλ μας. Και δίχως αυτό, γκρεμιζόμαστε.

Ετούτο το φαινόμενο, που ευδοκιμεί ακραία (έως και γελοία) στον τόπο μας, ασφαλώς και εμπίπτει στον ιατρικό όρο της «επιδημίας». Το ευτύχημα, όμως, είναι ότι οι εκπρόσωποι αυτού του είδους, οι οποίοι απαντώνται σε πολλά επίπεδα, κυρίως τα ανώτερα, εξακολουθούν να είναι μειοψηφία.

Οι ίδιοι, βεβαίως, αρέσκονται να πιστεύουν ότι ανήκουν σε ένα μικρό υποσύνολο του πληθυσμού, άρα είναι «εκλεκτοί», και κινούνται στην επικράτεια του λεγόμενου «καλού κόσμου». Ή, ακόμα χειρότερα, της «καλής κοινωνίας». 

Εδώ – και αναφέρομαι συγκεκριμένα στην νοσηρή μορφή του φαινομένου – ο πλούτος δεν αποτελεί και δεν είναι «δεδομένο μέγεθος». Όχι! Ευτυχώς,  άνθρωποι υψηλότερης οικονομικής επιφάνειας, που όμως δεν εκδηλώνουν, ούτε και περιφέρουν το πορτοφόλι τους στα στέκια της επίδειξης, είναι έξω από αυτόν τον κύκλο των γελοίων. 

Γνωρίζω επιφανείς πολίτες που κερδίζουν την καταξίωσή τους με σκληρή και έντιμη δουλειά. Μακριά από το πλήθος που ενεργεί με φρενήρη τρόπο και συμπεριφορά, όπως τόσο εύστοχα αποτύπωσε ο Τόμας Χάρντινγκ στο 4ο μυθιστόρημά του, το αριστουργηματικό Far From The Madding Crowd. (Που αξίζει να διαβάσετε, ή και να δείτε την ταινία)

Μέσα  σε αυτό το «τρελαμένο πλήθος» έχουν παρεισφρήσει τα τελευταία χρόνια και πολιτικά τζάκια. Κάτι που λεκιάζει πολύ άσχημα την εικόνα μιας χώρας, και περνάει στην κοινωνία το αισχρό μήνυμα ότι το «φαίνεσθε» είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για επαγγελματική και κοινωνική καταξίωση και ανέλιξη. Τα σόσιαλ μίντια υπερχειλίζουν αυτές οι φυσιογνωμίες, συνήθως πίσω από πιάτα γκουρμέ, ακόμα και μέσα σε πίστες με γαρίφαλα, κομφετί και σαμπάνιες…

Ένας επιστήθιος φίλος μου στην Ελλάδα, του οποίου ο πατέρας ήταν δικηγόρος, οικονομολόγος και πολιτικός, βουλευτής, πολλές φορές υπουργός και διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, από το 1977 έως και το 1994 όλα αυτά, μου έλεγε ότι σπάνια έβγαιναν έξω οι γονείς του για φαγητό – συνήθως πήγαιναν σε φιλικά σπίτια. Θυμάται, και μου διηγήθηκε άπειρες ιστορίες από τέτοιες βραδιές στο σπίτι, όπου δεν χόρταινε να ακούει τις συζητήσεις με άλλους πολιτικούς, αρκετοί από τους οποίους έκαναν μαζί τις μεταπτυχιακές τους σπουδές στο εξωτερικό. Μιλούσαν, κυρίως, για την οικονομία της χώρας. Επάνω σε ποια μοντέλα θα στήριζαν τον εκσυγχρονισμό της. Η Παιδεία ήταν επίσης στα ενδιαφέροντάς τους. Και όλοι είχαν κάτι να μοιραστούν από τις σπουδές και τις έρευνές τους στο εξωτερικό. Από τα εκπαιδευτικά μοντέλα που εφαρμόζονταν σε άλλες, προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες. 

Και βέβαια, μακρές, έντονες και πολύ οικοδομητικές ήταν οι συζητήσεις τους για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Ο φίλος μου ο Π.Μ. (ο ίδιος δεν θέλει να αναφέρω το όνομά του) μου έλεγε ότι οι συζητήσεις αυτές όχι μόνο δεν ήταν βαριές, αλλά υπερείχε «το στοιχείο του ενθουσιασμού», για όσα θα μπορούσαν να γίνουν για την αναγέννηση της χώρας από τα σκοτεινά χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου, και βεβαίως της δικτατορίας των συνταγματαρχών. 

Σε καμία από αυτές τις συζητήσεις δεν άκουγες, ούτε μια φορά, κουβέντες της μικροπολιτικής. Ποιος είπε τι; Γιατί το είπε; Τι θα του απαντήσουμε; Και όλα αυτά που πολύ καλά σήμερα γνωρίζουμε ως άνυδρες και κουραστικές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Ασφαλώς και υπήρχαν διαφορές. Ασφαλώς και προβάλλονταν και εκφωνούνταν. Αλλά και αυτό γινόταν μέσα στο Κοινοβούλιο. Με σκληρά επιχειρήματα, ναι. Αλλά υψηλού επιπέδου πολιτικό λόγο.  

Αυτό το κλίμα, άρχισε να χαλάει όταν στην πολιτική ζωή της Ελλάδας ενέσκηψε ο θανατηφόρος ιός του λαϊκισμού. Για το οποίο ακόμα δεν έχει βρεθεί αποτελεσματικό εμβόλιο για να συγκρατήσει την μετάδοσή του!…

(*) Η στήλη δανείστηκε τον τίτλο από το βιβλίο του Τόμας Χάρντι , προσδίδοντάς του μιαν άλλη σημασία…