Ο Νίκος Χριστοδουλίδης θα περάσει σήμερα για πρώτη φορά το κατώφλι του Μεγάρου Μαξίμου και ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα τον υποδεχθεί ως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το σκηνικό το γνωρίζουμε όλοι μας, το έχουμε δει και το έχουμε βιώσει πολλές φορές. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας και ο Πρόεδρος της Κύπρου να αναλώνονται σε φιλοφρονήσεις και μηνύματα αλληλοστήριξης. Δεν αναμένεται ότι σήμερα στο Μαξίμου θα δούμε κάτι διαφορετικό, λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι και το πρώτο ταξίδι του νέου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Εκείνο που έχει σημασία στις σχέσεις Λευκωσίας και Αθήνας δεν είναι η δημόσια εικόνα και τα χαμόγελα που θα αποτυπωθούν στις φωτογραφίες και τα τηλεοπτικά πλάνα. Εκείνο που έχει σημασία είναι η συζήτηση που θα εγκαινιάσουν σήμερα οι ηγέτες της Ελλάδας και της Κύπρου διεξαχθεί εξ υπαρχής με ξεκάθαρες κουβέντες. Γιατί δυστυχώς δεν είναι λίγες οι φορές που είχαμε δει πομούσουρα (ψίθυροι/κατεβασμένα μούτρα) για θέσεις ή ενέργειες εκατέρωθεν.
Μόνο στην περίπτωση της σημερινής κυβέρνησης της Ελλάδας (για να μην ανατρέξουμε στο πιο μακρινό παρελθόν) υπάρχουν αρκετά παραδείγματα θεμάτων τα οποία φόρτωνε τις ευθύνες στη Λευκωσία. Πιο χαρακτηριστικό, και είχε αποτυπωθεί ουκ ολίγες φορές στον αθηναϊκό Τύπο, η εξέλιξη με το τουρκολυβικό μνημόνιο. Κάποιοι κύκλοι είχαν σπεύσει να περάσουν το μήνυμα ότι το εν λόγω μνημόνιο ήταν μια αντίδραση της Τουρκίας στις τυχοδιωκτικές κινήσεις της Λευκωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αλλά και από πλευράς Λευκωσίας υπήρξαν κατά καιρούς παράπονα ως προς τη συμπεριφορά της Αθήνας, ιδιαίτερα κάθε φορά που από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης γίνονταν ανοίγματα προς την κατεύθυνση της Τουρκίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το Κυπριακό. Και δεν είναι λίγες οι φορές που η Λευκωσία αισθανόταν ότι η Αθήνα ένοιωθε το Κυπριακό ως βαρίδι και μπελά στην εξωτερική της πολιτική.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που θα πρέπει εξ υπαρχής να μιλήσουν Χριστοδουλίδης και Μητσοτάκης με ξεκάθαρες κουβέντες. Χωρίς συναισθηματισμούς και φιλοφρονήσεις. Να βάλουν τα θέλω και τα μη στο τραπέζι για να υπάρχει καθαρή εικόνα εκατέρωθεν. Να γνωρίζει η Λευκωσία ποιες από τις κινήσεις δεν μπορούν να τύχουν στήριξης από την Αθήνα. Να γνωρίζει και η Αθήνα ποιες ενέργειες της προκαλούν ζημιά στη Λευκωσία.
Ένα θέμα το οποίο θα πρέπει την ίδια ώρα να δουν με ιδιαίτερη σοβαρότητα αμφότερες οι πλευρές είναι το ζήτημα της αμυντικής θωράκισης της Κύπρου. Κάποια στιγμή θα πρέπει η Ελλάδα να μιλήσει ωμά και καθαρά στην κυπριακή πλευρά και να κατεβάσει τους Κύπριους από το συννεφάκι των ψευδαισθήσεων ως προς τις δυνατότητες που έχει η ελλαδική πλευρά να στηρίξει αμυντικά την Κύπρο σε περίπτωση νέας τουρκικής στρατιωτικής κίνησης.
Τα γνωστά συνθήματα περί ενιαίου αμυντικού δόγματος ήταν χρήσιμα τη δεκαετία του ’90, αλλά πλέον δεν μπορούν να παρέχουν καμιά απολύτως στρατιωτική στήριξη στην Κύπρο. Όσο κι αν δεν θέλουν κάποιοι να το παραδεχθούν αυτή είναι δυστυχώς η πραγματικότητα. Η Κύπρος οφείλει να κάνει τις δικές της κινήσεις στον τομέα της άμυνας και χωρίς να ζει με τις ψευδαισθήσεις ότι ανά πάσα στιγμή θα σπεύσει η Ελλάδα να την καλύψει. Οι Κύπριοι πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσουν να έχουν την ψευδαίσθηση πως όλα τα σύγχρονα οπλικά συστήματα που αποκτά η Ελλάδα, ως χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, θα χρησιμοποιηθούν στην Κύπρο εναντίον άλλης ΝΑΤΟϊκής χώρας.
Αθήνα και Λευκωσία έχουν κοινή μοίρα και αρκετούς κοινούς στόχους, έχουν παράλληλα κι έναν κοινό εχθρό ο οποίος είναι οργανωμένος να κινηθεί παράλληλα και προς τα δύο μέτωπα. Γι’ αυτό όσο πιο νωρίς αντιληφθούν τις πραγματικότητες επί του εδάφους τόσο καλύτερα θα κινηθούν και στο μέλλον. Αυτές τις πραγματικότητες οφείλουν να κοιτάξουν στα μάτια οι ηγέτες της Κύπρου και της Ελλάδας τόσο κατά τη σημερινής του συνάντηση όσο και στη συνέχεια.