Το πούλμαν σταμάτησε στα κόκκινα φανάρια της Βασιλέως Κωνσταντίνου. Η γυναίκα που καθόταν στα σκαλοπάτια της εισόδου της Εθνικής Πινακοθήκης διαπίστωσε πως ήταν γεμάτο με παιδάκια του νηπιαγωγείου ή του δημοτικού, των οποίων τα κεφάλια μόλις που έφταναν πάνω από τα τζάμια. Δεκάδες παιδικά βλέμματα στράφηκαν προς την Πινακοθήκη, προφανώς κατόπιν υπόδειξης των δασκάλων τους. Η γυναίκα αυθόρμητα τους κούνησε το χέρι ενώ αυτά ανύψωσαν το δικό τους και ανεμίζοντάς το, ανταπέδωσαν σύσσωμα τον χαιρετισμό. Φτερούγισε η καρδιά της. Το πράσινο φως άναψε στο φανάρι, το λεωφορείο-θωρηκτό κατηφόρισε και χάθηκε από το οπτικό της πεδίο, αφήνοντάς την σε ένα αίσθημα ευφορίας. Ο λόφος του Λυκαβηττού απέναντί της με μεσίστια τη γαλανόλευκη, ξεχώριζε μέσα στο γκρίζο της πόλης αφού ακόμη και τον ουρανό τον έκρυβε ένα σύννεφο σκόνης της ερήμου.

Η φίλη της φτάνει αργοπορημένη στο ραντεβού τους. Πανελλήνια απεργία στα μέσα μαζικής μεταφοράς, διαδηλώσεις, δρόμοι κλειστοί. Στην αίθουσα οι επισκέπτες ελάχιστοι, όλη η χώρα άλλωστε πενθεί μετά το τραγικό  σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Άνθρωποι θλιμμένοι, σέρνονται για να πάνε στη δουλειά τους με την καρδιά μαύρη, τον πόνο ανείπωτο και την οργή να ξεχειλίζει από μέσα τους. Η τέχνη είναι κι αυτή μια παρηγοριά, σκέφτονται οι δυο φίλες γεμάτες κατά βάθος με ενοχές που βρίσκονται σε μια αίθουσα γεμάτη ομορφιά και φως, ενώ οι άνθρωποι που έχασαν τόσο άδικα και πρόωρα τη ζωή τους θα περπατούν στο αιώνιο φως και στους κήπους του Παραδείσου όπως λένε οι ιερείς, παρηγοριά στους οικείους τους. Για πρώτη φορά ο αιώνια διχασμένος ελληνικός λαός, βρίσκεται ενωμένος μπροστά στην οδύνη και την ασύλληπτη φρίκη. Είναι όλα τους δικά μας παιδιά, μανάδες και πατεράδες.

Ένα τσούρμο με πολύχρωμα παιδάκια μπαίνει σιωπηλά στην έκθεση του Κωνσταντίνου Παρθένη. Να ’ναι αυτά που προηγουμένως της κουνούσαν το χέρι σαν άγγελοι, με τα κεφάλια κολλημένα στα τζάμια του λεωφορείου; Οι εκπαιδευτικοί τους λεν να καθίσουν στο πάτωμα μπροστά από ένα πίνακα ενώ μια κυρία επεξηγεί πως ο καλλιτέχνης δεν ζωγράφιζε αυτό που έβλεπε κοιτάζοντας ένα τοπίο, αλλά το τι ένιωθε. «Γιατί αν ζωγραφίσει μόνο αυτό που βλέπει, στο τέλος θα αποδώσει στον καμβά μόνο την επιφάνεια της μορφής. Οι μορφές από μόνες τους δεν διαθέτουν ούτε ομορφιά ούτε ασχήμια. Είναι το δικό μας πνεύμα που σαν έρχεται σε επαφή με αυτές, τις κάνει να φαίνονται ωραίες ή άσχημες και το φως είναι η ουσιαστική ιδιότητα της κάθε μορφής-είναι η λάμψη της ομορφιάς». Περίπου έτσι αλλά πιο απλουστευμένα τους μετέφερε τις σκέψεις του Παρθένη, αποτυπωμένες στα τετράδιά του. 

Σπίτια λουσμένα μες στο αττικό φως, ανάμεσα στα οποία ψάλλουν άγγελοι, κόρες λούζονται με καθάρια νερά, να και ο Αθανάσιος Διάκος, ο Ορφέας και η Ευρυδίκη, στιγμές αιωνιότητας αποτυπωμένες στον καμβά, μέσω των οποίων ο θεατής ευαγγελίζεται την Ελλάδα. Η ξεναγός ρωτά κάποια στιγμή τα παιδιά αν έχουν κάποιες ερωτήσεις. «Δηλαδή δικαιούμαι να ζωγραφίσω τους γονείς μου με φτερά αν το θελήσω;». Ένα κοριτσάκι ρωτά «Μπορώ να φτιάξω το σπίτι μου με μεγάλο κήπο, με αρνάκια, λιοντάρια και παγόνια;». Ναι, στην τέχνη όλα τα μπορείς! Επόμενη ερώτηση… «Κυρία, τι ώρα θα κάνουμε διάλειμμα για να φάμε τα σάντουιτς μας;».  

Τα πολύχρωμα μικροσκοπικά παιδάκια με τα αόρατα φτερά στους ώμους, φώτισαν με την παρουσία τους την αίθουσα της Πινακοθήκης, με το άπλετο μεσογειακό φως. Οι κυρίες ξέχασαν για λίγο το συλλογικό πένθος, τη γκρίζα και μουντή πόλη που κτίστηκε άναρχα με πολυκατοικίες, με τόνους μπετόν, τότε που έπρεπε να στεγαστούν στρατιές προσφύγων από τις ακτές της Σμύρνης και της Μικράς Ασίας. Μπορεί η ομορφιά από μόνη της να μην σώζει τον κόσμο, μας δίνει όμως δύναμη και κουράγιο να υπομένουμε και να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο κόσμο, μαθαίνοντας από τα λάθη μας και από τον πόνο των πληγών μας. 

Οι πρώτοι λεμονανθοί είχαν ανθίσει στις νεραντζιές των πεζοδρομίων της Αθήνας. Αυτή η άνοιξη έμπαινε όμως με ένα άρωμα Επιταφίου και μια θλίψη φθινοπώρου. 

«Πάμε κι εμείς στην αυλή του φθινοπώρου πίσω απ’ τα πετρωμένα στάχυα του καλοκαιριού / πάμε κι εμείς στα παιδιά που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τα ματωμένα νύχια του περιστεριού / πάμε να δεις στην αυλή που μεγάλωσαν / Δυο παιδιά ερωτευμένα δυο παιδιά του χαμού / Ορέστη απ’ το Βόλο Μαρία απ’ τη Σπάρτη γυρεύω το γιο μου / Μαρία απ’ τη Σπάρτη Ορέστη απ’ το Βόλο την κόρη μου θέλω.» 

(«Το μεγάλο μας τσίρκο», Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, Στίχοι: Νίκος Δημητράτος)

dena.toumazi@gmail.com

ΛΕΖΑΝΤΑ

Ζωγραφικός πίνακας: Κωνσταντίνος Παρθένης, Αποθέωση του Αθανασίου Διάκου