Ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι ο άνθρωπος στον οποίο δόθηκε το τιμόνι για να οδηγήσει τον τόπο τα επόμενα 5 χρόνια. Κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μπόρας ή ξαστεριάς, με την ευχή να μην το οδηγήσει στα βράχια, αλλά να τον βγάλει στο ξέφωτο. Αυτή είναι η ευχή και όσων τον ψήφισαν και όσων δεν τον ψήφισαν. Οι οποίοι, μάλιστα, είναι κατά πολύ περισσότεροι, σχεδόν διπλάσιοι. Έτσι είναι η δημοκρατία όμως: 154.667 προτίμησαν να αποποιηθούν του δικαιώματος ψήφου αφήνοντας άλλους να επιλέξουν για αυτούς, ενώ 12.000 και κάτι έριξαν λευκό ή άκυρο.
Οι πλείστοι, σαν δήλωση –προφανώς– πως δεν εγκρίνουν για Πρόεδρο κανένα από τους δύο εναπομείναντες. Αν προστεθούν και οι 189.335 που ψήφισαν Ανδρέα Μαυρογιάννη, το άθροισμα λέει πως 356.416 πολίτες δεν επέλεξαν Νίκο Χριστοδουλίδη. Τον επέλεξαν 204.867. Αυτό, φυσικά, θα ίσχυε όποιος κι αν εκλεγόταν: Η πλειοψηφία των πολιτών θα ήταν απέναντι, είτε γιατί δεν θέλησε να συμμετάσχει, είτε γιατί κανείς δεν πληρούσε –σύμφωνα με τα δικά τους δεδομένα– τα κριτήρια. Η δε διαφορά 15.532 μόνο ψήφων, μεταξύ Χριστοδουλίδη και Μαυρογιάννη, δημιουργεί έναν διχασμό, ο οποίος γίνεται πιο έντονος λόγω και των κρίσεων που αντιμετωπίζουν όλα σχεδόν τα κόμματα. Από τον ΔΗΣΥ μέχρι τους Οικολόγους.
Σε αυτό το σκηνικό καλείται ο νέος Πρόεδρος να χαράξει τη δική του γραμμή και να δράσει. Ο μεγαλύτερος φόβος όσων δεν τον ψήφισαν, ήταν (και παραμένει) το πώς θα καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα σε όσους ετερόκλητους συγκεντρώθηκαν γύρω του και πώς θα κόψει τον ομφάλιο λώρο από τον Νίκο Αναστασιάδη, καθώς και ποια θα είναι η σχέση του με το ΕΛΑΜ το οποίο έσπευσε να προτάξει τη στήριξη που του παρείχε. Το εγχείρημα δεν το λες και εύκολο. Θα καταφέρει, εν τέλει, να δώσει ένα δικό του στίγμα για το συμφέρον του τόπου ή θα εγκλωβιστεί στα βαρίδια που ήδη κουβαλά; (κάποιοι λένε πως τα βαρίδια αυτά δεν τα επέλεξε, αλλά γαντζώθηκαν πάνω του). Σύντομα θα διαφανεί.
Υ.Γ: Στις 10 Μαΐου, με την εξαγγελία της υποψηφιότητας Μαυρογιάννη, από τη στήλη τέθηκαν τα ερωτήματα: «Μπορεί ένας άνθρωπος που έχει φιλοσοφικά ερωτήματα, που γράφει λογοτεχνικά κείμενα, που ξέρει σωστά ελληνικά, που τον ενδιαφέρει στα αλήθεια ο πολιτισμός, που δεν υπήρξε μέλος κόμματος, να κατέλθει σε ένα προεκλογικό αγώνα, τόσο άγριο όσο προβλέπεται να είναι και να επιβιώσει αλώβητος; Μπορεί να καταφέρει να πείσει ένα κοινό που πιάνεται από συνθήματα και αρέσκεται σε εύπεπτες ατάκες;». Τα ερωτήματα απαντήθηκαν και η απάντηση είναι μάλλον ελπιδοφόρα.