Γράψαμε άπειρες φορές για όσους επιρρίπτουν ευθύνες στη δική μας πλευρά για τα όποια αδιέξοδα στις διαπραγματεύσεις του Κυπριακού. Από το 2017 ειδικά, μετά το Κραν Μοντάνα, το φαινόμενο της αυτοχειρίας πήρε διαστάσεις εθνικής συμφοράς με τις επιθέσεις κατά του Αναστασιάδη, όταν με τη σφαίρα της φαντασίας τους, και όχι επί πραγματικών γεγονότων, τον κατηγορούσαν για το ναυάγιο μεταφέροντας τις ευθύνες στη δική μας πλευρά και απαλλάσσοντας την Άγκυρα.

Φαίνεται, όμως, ότι αυτό είναι μια δογματική σχολή σκέψης, και μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για τους σκοπούς της, διότι δημόσια λογική εξήγηση δεν δίνει κανένας. Διερωτώμαι, λοιπόν, τι θα ακολουθήσει στο Κυπριακό όταν χτες ένας από τους κορυφαίους αρθρογράφους αυτής της σχολής, στην εφημερίδα του ΔΗΣΥ, την Αλήθεια, έγραφε: «Τα πράγματα είναι καθαρά και απλά. Οι Κύπριοι χθες ψήφισαν τον οριστικό ενταφιασμό του Κυπριακού, ψήφισαν υπέρ της παγίωσης της διχοτόμησης…».

Μια μέρα μετά την εκλογή του, και προτού κάνει την όποια ενέργεια για να κριθεί, ο Νίκος Χριστοδουλίδης, κατηγορείται ότι εκφράζει «τον οριστικό ενταφιασμό του Κυπριακού» και τη διχοτόμηση. Και ταυτόχρονα στιγματίζονται 204.867 πολίτες, το 51,97% όσων τον ψήφισαν. Ποια είναι η σκοπιμότητα τέτοιας προσέγγισης; Ίσως η προσωπική αποδόμηση του Χριστοδουλίδη. Αλλά δεν τους αφορά το μήνυμα που στέλνουν στους τρίτους μέσω των πρεσβειών οι οποίες ενημερώνουν τις χώρες τους και τον διεθνή παράγοντα, που τόσο πολύ ανησυχούσε τον υπερβατικό Κασουλίδη ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη Κυριακή;

Τα πράγματα είναι καθαρά και απλά, πράγματι. Ζήσαμε έναν προεκλογικό της αποδόμησης, αλλά τελείωσε. Η συνέχιση αυτής της τακτικής από την ηγεσία του ΔΗΣΥ και τους εκφραστές της, μόνο ζημιά στο εθνικό θέμα κάνει. Τεράστια η ευθύνη του Αβέρωφ Νεοφύτου να μαζέψει τα όποια συντρίμμια για να μην πέσουν πάνω στα κεφάλια όλων μας, πάνω στο Κυπριακό και στην όποια προσπάθεια θα επιχειρήσει να κάνει ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Δύσκολο και κατανοητό σε ένα βαθμό. Γιατί δεν είναι μόνο η αποτυχία της πρώτης Κυριακής, είναι και η αποτυχία να περάσει στον κόσμο του ΔΗΣΥ η πολιτική της εκδίκησης (που την ονόμασαν πολιτική της υπέρβασης) τη δεύτερη Κυριακή. Αλλά, είναι απλό, αρκεί να χωνευτεί ψύχραιμα. Το είπε ο εκλογολόγος Γιάννης Μαυρής, που σχολίαζε χτες τα αποτελέσματα. «Η δυναμική άνοδος του Ανδρέα Μαυρογιάννη στον πρώτο γύρο οδήγησε στον αποκλεισμό του Αβέρωφ Νεοφύτου». Και είναι γεγονός ότι «το 70% των ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ προτίμησε τον Νίκο Χριστοδουλίδη» και «το 52% όσων ψήφισαν τον Αβέρωφ Νεοφύτου στον πρώτο γύρο κατευθύνθηκαν προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη στον δεύτερο γύρο».

Επομένως, το πρόβλημα είναι στο μεγάλο κόμμα της Δεξιάς, δεν είναι στον νέο Πρόεδρο. Η ηγεσία του οποίου εκτός από την αυτοκριτική για την εκλογική αποτυχία, θα πρέπει να μελετήσει κατά πόσο οι πολιτικές της, ειδικά στο εθνικό θέμα, εκφράζουν τη βάση του κόμματος. Αλλά, όπως φαίνεται δεν έχει τέτοιο σκοπό. Οι σοφοί εκπρόσωποί της προσπαθούν να συντηρήσουν την «έχθρα» προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ότι είναι και δικοί τους ψηφοφόροι που τον εξέλεξαν.

Άκουγα, για παράδειγμα, το βράδυ των εκλογών, έναν εξ αυτών, τον Μιχάλη Σοφοκλέους, να λέει με σοβαρότητα σε τηλεοπτική συζήτηση, ότι είναι μικρή η διαφορά του εκλεγέντα Προέδρου από τον Ανδρέα Μαυρογιάννη κι επομένως δεν έχει καθαρή λαϊκή εντολή για να εφαρμόσει το πρόγραμμά του και να κυβερνήσει. Κάπως έτσι τα έλεγε, με πιο απόλυτες εκφράσεις από αυτές που αποδίδω.

Δηλαδή, ακόμα και μετά τις εκλογές δεν θέλουν να αφήσουν την απογοήτευσή τους να εκτονωθεί και συνεχίζουν να προσπαθούν να φανατίσουν τον κόσμο. Μάλλον, με κριτήριο να μην αναλάβουν ευθύνη για το εκλογικό αποτέλεσμα. Αλλιώς, θα θυμόταν ο κ. Σοφοκλέους ότι και στις δυο πενταετίες του ο Γλαύκος Κληρίδης εκλέγηκε με πολύ μικρότερες διαφορές. Το 1993 «νίκησε» τον Βασιλείου με διαφορά 2.176 ψήφων (0,61%) και το 1998 τον Ιακώβου με διαφορά 6.657 ψήφων (1,7%). Ο Χριστοδουλίδης εκλέγηκε με διαφορά 15.532 ψήφων (3,94%). Γνωρίζουν, φυσικά, ότι δεν έχει σημασία -ακόμα και με μία ψήφο διαφορά εκλέγεται Πρόεδρος- αλλά το θέμα είναι το αρνητικό κλίμα που προσπαθούν να δημιουργήσουν ανάμεσα στους πολίτες. Για να ενισχυθούν οι ίδιοι κι όχι για να βοηθήσουν να πάει ο τόπος μπροστά.