Μια στήλη, σήμερα, βγαλμένη από τα παλιά μου τα σεντούκια, εκεί όπου μαζί με τη φουστανέλα και τα τσαρούχια μου που, παιδί όταν ήμουνα με ντύνανε τσολιά και καμάρωναν, έχω φυλαγμένα τα αποφθέγματα και στίχοι εκείνων που επέλεξα να είναι οι πραγματικοί μου δάσκαλοι. 

  «Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» – Γιάννης Ρίτσος.

  «….Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες ατέλειωτες στις παρελάσεις» – Μιχάλης Κατσαρός

  «… Η παρέλαση ακόμα συνεχίζεται, Μπρος πάνε οι σαλπιγκτές και πίσω τους / οι βαθμοφόροι με τα διακριτικά τους. Από το πλάι στη διαδρομή προφταίνουν / να ιδρυθούν ζαχαροπλαστεία και ζυθοποιεία.

Σκέφτεσαι τι σπουδαίο θα ήταν να μπορούσε όλος ο τελευταίος πόλεμος / να χωρούσε σ’ αυτό το τετραγωνάκι. Τώρα οι πρώτοι θα έχουν φτάσει κιόλας / στη στροφή του δρόμου και θα πλησιάζουν στο λιμάνι.

Με το που αρχίζει να σκοτεινιάζει, ο καφετζής της γωνιάς σκαρφαλώνει /σ’ ένα τραπέζι για να κρεμάσει ένα φαναράκι. Μόλο που δεν / έχει δεύτερη παράσταση απόψε. Ετοιμάζομαι να τρομάξω» – (Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του Πλησίον).

  «Εθνική εορτή. Παρέλαση Μαρτίου./ Επέτειος βελτίωσης λιγάκι του καιρού./ Μπλε ποδίτσες άσπρα συννεφάκια φοράει / η αίθρια από μια σκοπιά ημέρα.

Σημαιοφόροι πράσινα φύλλα, σημειωτόν το έαρ. / Νικητήρια παιδάκια κρατούν/ χάρτινες σημαιούλες κυματίζουν / υπερήφανες μάνες.

Κάθομαι στο άδειο παγκάκι με μιαν ηλιαχτίδα./ Παλιά μου συμμαθήτρια/ όμως αυτή πώς τα κατάφερε/ και μένει από τότε, όλο στην ίδια ωραία τάξη.

Ομοβροντίες σχολείων. Επέτειος νεότητος. / Τιμές σε ανδριάντα. Όρθιος ο πυρπολητής/στη μισή του βάρκα. Οικονομία στο μάρμαρο/ σπατάλη ηρωισμού ή κόπηκε η έμπνευση στη μέση; ποιος ξέρει, πολλές των εκδοχών οι ναυμαχίες.

  Ευτυχώς η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ χαραγμένη / στο σώο ήμισυ της βάρκας ευανάγνωστα επιπλέει και βυθίζει / τα εχθρικά τεράστια κύματα της ακινησίας.

Καθηγητής στεφανώνει το άγαλμα / κι εγώ το προεόρτιον, μαθητή. / Υποκειμενικό και το ένδοξο».

(Κική Δημουλά, «Άφετε τα παιδία ήσυχα», Ποιήματα, Ίκαρος)

  Η δική μου αγρυπνία, όταν δεν είναι σε στασίδι και μ’ ένα κερί να καίει κάπου ώστε να βλέπω μόνο τις φιγούρες των ανθρώπων, είναι παρέα με τους ποιητές μου. Σε αυτούς, βρίσκω τα λόγια που, εάν ήταν να τα πω ή να τα γράψω με δικιά μου λαλιά, θα φλυαρούσα ατελείωτα. Και πάλι θα χανόταν το νόημα.

  Ανέτρεξα πάλι σε αυτούς, βλέποντας σκηνές από τις μαθητικές παρελάσεις στην Ελλάδα, με αφορμή τη σημερινή επέτειο της 25ης Μαρτίου. Τις απεχθανόμουν ακόμα και από τα δικά μου μαθητικά χρόνια. Έβλεπα παράταιρο να βαδίζουν οι μαθητές μη βήμα στρατιωτικό, με στητή τη πλάτη, το βλέμμα αυστηρό και τη ψυχή αγέρωχη.

  Από τότε κληρονόμησα αυτές τις βλακώδεις εκφράσεις. Καμία από αυτές δεν απαντούσε στο «γιατί αγαπώ τη πατρίδα μου;». Κι από τότε θαρρώ, φώλιασε μες τη σκέψη μου πως, εάν γίνω ποτέ υπουργός Υγείας, εκεί που όλοι αλλάζουν το σύστημα εξετάσεων και την διδακτέα ύλη των προηγούμενων, εγώ θα καταργούσα τις μαθητικές παρελάσεις, και θα τις αντικαθιστούσα με κάτι το οποίο δεν θα έκανε κανέναν να ντρέπεται για αυτό το «εκτός βήματος» έθιμο, ή και να επιθυμήσει το «Εν-δυο εν-δυο, φουστανέλα τσαρούχι φούντα φέσ’,