Απαντώντας στον κυβερνητικό Εκπρόσωπο, Κωνσταντίνο Λετυμπιώτη, το ΑΚΕΛ επαναλαμβάνει ότι «υποστηρίζει την στενή διακρατική συνεργασία» με την Ελλάδα «η οποία ήταν και παραμένει το βασικό μας στήριγμα», αλλά εκφράζει φόβους για όσα ανακοινώθηκαν στην Αθήνα περί σύστασης Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας.

«Απαιτούνται σοβαροί χειρισμοί σε αυτά τα θέματα προκειμένου να μην στέλνονται μηνύματα που μπορεί να παρερμηνευτούν ή να τύχουν εκμετάλλευσης από την Τουρκία για να υπονομεύει την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας», υποδεικνύει.

Θα μπορούσες να το πεις και κινδυνολογία τέτοιο επιχείρημα. Αλλά, μάλλον είναι απλώς σκόπιμη πλην αχρείαστη ένταση αντιπολιτευτικής υφής, που δεν έχει νόημα. Διότι, καμία κυβέρνηση, ούτε της Λευκωσίας, ούτε των Αθηνών, δεν έδειξαν ποτέ να έχουν πρόθεση να ενισχύσουν τις εθνικές σχέσεις των δυο κρατών. Αυτό που κάνουν -και οι υφιστάμενες, όπως και οι προηγούμενες, όχι όλες- είναι να ενισχύουν τις σχέσεις ως δυο ανεξάρτητα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως κάνουν, δηλαδή, και με άλλα κράτη μέλη χωρίς να υπάρχει κανένας εθνικός δεσμός, ούτε καμιά σχέση εγγυητή.

Ακόμα κι αυτό υφίσταται στη δική μας περίπτωση, και δημιουργεί υποχρεώσεις για την Ελλάδα, αλλά κάνουν όλοι πως το ξεχνούν. Διότι, αρκούν οι εθνικοί δεσμοί, για να είναι το βασικό στήριγμα μας, όπως το αναγνωρίζει και το ΑΚΕΛ. Αλλά, αν σε κάθε προσπάθεια ισχυροποίησης ή και οργάνωσης για περισσότερη αποτελεσματικότητα αυτού του δεσμού ως στήριγμα στον αγώνα επιβίωσής μας -και όχι για να χάσει η Κυπριακή Δημοκρατία την υπόστασή της- υπάρχουν στην Κύπρο ή και στην Αθήνα αντιδράσεις και δημιουργία παραπλανητικών εντυπώσεων, τότε ας μην κάνουμε καμιά προσπάθεια, ας αφεθούμε στη μοίρα μας. Ακριβώς γιατί δεν έχουμε άλλο στήριγμα, και οφείλει πια η πολιτική ηγεσία να αφήσει κατά μέρος τα λόγια και την εθνοτρομοκρατία και να δει με ποιο τρόπο θα βοηθηθεί να επιβιώσει ο κυπριακός ελληνισμός. Διότι αυτό είναι το ζητούμενο. Η επιβίωση.

Μοιάζει, λοιπόν, με ανέκδοτο να ακούμε αίφνης ότι μια απόφαση για πιο θεσμοθετημένο συντονισμό μεταξύ των κυβερνήσεων, πάντα στο πλαίσιο της ΕΕ, θα παρερμηνευτεί και θα τύχει εκμετάλλευσης από την Τουρκία «για να υπονομεύει την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας». Μα, η Τουρκία επίσημα και θεσμικά ενημερώνει την ΕΕ και όλη τη διεθνή κοινότητα, ακόμα και τα Ηνωμένα Έθνη, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν υπάρχει, είναι εκλιπούσα, και τα ευρωπαϊκά εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας τα μετατρέπει σε τουρκική επαρχία. Κι εμείς θα ανησυχούμε ότι θα υπονομεύσει την υπόσταση της Δημοκρατίας, που για την ίδια δεν υπάρχει;

Η ανησυχία άλλη είναι. Μήπως αυτή η νέα απόφαση για σύσταση συντονιστικού συμβουλίου αποδειχθεί στο τέλος μια ακόμα σαπουνόφουσκα, ατονήσει και ξεχαστεί, όπως έγινε με τόσες άλλες ιδέες και μεγαλόστομες ανακοινώσεις για πιο στενή συνεργασία, που κατά καιρούς αποφασίζουν οι κυβερνήσεις Αθηνών και Λευκωσίας.

Έχει μεγάλο χρέος ο Νίκος Χριστοδουλίδης να βρει τρόπους να ενεργοποιηθεί το αναγκαίο ενιαίο μέτωπο απέναντι στους τουρκικούς παραλογισμούς. Απέναντι σε έναν κοινό εχθρό. Ας μην φοβόμαστε ακόμα και να το πούμε μην και μας πουν εθνικιστές. Κοινός εχθρός είναι η Τουρκία και αυτή είναι που το επέλεξε, όχι εμείς.

Θα κριθεί βέβαια από τις πράξεις ο Πρόεδρος και όχι από τα λόγια του, που είναι άφθονα προς το παρόν. Αλλά, το προληπτικό άγχος του ΑΚΕΛ και διαφόρων άλλων περίεργων, είναι ανεξήγητο. Απαιτούνται, πράγματι, σοβαροί χειρισμοί σε αυτά τα θέματα, όπως λέει, αλλά όχι για να μην παρερμηνευτούν από την Τουρκία, αλλά επειδή παίζεται πια η επιβίωση μας σε αυτό το νησί. Και το ερώτημα είναι τι κάνει η ηγεσία μας όταν την τρομάζει ακόμα και η ισχυροποίηση του συντονισμού με το βασικό μας στήριγμα. Μήπως, είχαμε καλύτερα αποτελέσματα όταν ο Δημήτρης Χριστόφιας δήλωνε «οι μητέρες πατρίδες να μας αφήσουν ήσυχους»; Μήπως, όταν το 2010 (στο ίδρυμα Brookings στην Ουάσιγκτον), έλεγε ότι «οι δύο αποκαλούμενες μητέρες πατρίδες ουσιαστικά εισέβαλαν και οι δύο», έδινε τα σωστά μηνύματα για να μην τα εκμεταλλευτεί η Τουρκία;

Ναι, απαιτούνται σοβαροί χειρισμοί, αλλά και σοβαροί πολιτικοί.