Να ένα δύσκολο, αλλά και προκλητικό θέμα. Από αυτά που, αν δεν έχει σκουριάσει το μυαλό σου, σου ανοίγουν παράθυρα σκέψης που μπορεί να σου φωτίσουν τα δύσκολα που συμβαίνουν γύρω, δίπλα ήπιο μακριά σου. 

Η συγκεκριμένη φράση, τίτλος της στήλης μας σήμερα, μου προέκυψε μέσα από τον βομβαρδισμό ενημέρωσης μετά από τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη. Η κυβέρνηση προσπαθεί να μαζέψει τα σπασμένα πολλών ετών, στα οποία και η δική της παράταξη δημιούργησε καταστάσεις και βόλεψε ανθρώπους που, τώρα ξαφνικά (όπως πάντα!) ανακαλύπτουμε ότι ήταν ελλιπείς και επικίνδυνοι. 

Δύο, σχετικά πρόσφατες τραγωδίες, δίνουν τροφή για μια καλή μελέτη υπόθεσης (case-study), με πολλές παραμέτρους. Η μία είναι εκείνη στο Μάτι το 2018, όπου 104 άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί. Και η άλλη, στη Λάρισα τώρα, όπου η σύγκρουση δύο τρένων άφησε πίσω της 57 νεκρούς, οι περισσότεροι νέοι. Υπάρχουν διαφορές μεταξύ τους, σίγουρα. Και είναι ανόητο να επιχειρήσει κάποιος, κυρίως για πολιτικό όφελος, να κάνει … επωφελείς συγκρίσεις. 

Το «ναι, αλλά εσείς κάψατε 104 ανθρώπους μέσα σε μία ώρα», και το «ναι αλλά εκείνο οφειλόταν σε ακραία καιρικά φαινόμενα, ενώ τους 57 τους σκότωσαν λάθη δικά σας», είναι αμφότερα άστοχα και προσβάλουν τον κοινό νου. Πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις. Και αν υπάρχει κάτι «κοινό» σε αυτές, είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις «είχαμε» έναν κρατικό μηχανισμό που δεν δούλεψε.

Και αυτό είναι, ακριβώς, που δημιουργεί την ανασφάλεια. Γιατί; Διότι το κράτος είναι –και πρέπει να είναι– για κάθε πολίτη του, ο Αρχηγός! Εκείνος που θα του εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή και ασφαλή ζωή και θα τον βοηθήσει να διαπρέψει. Και, πάνω απ’ όλα, να έχει εμπιστοσύνη.

Όταν αυτή η εμπιστοσύνη κλονιστεί, κάτι που ανεπιφύλακτα συνέβη με το δυστύχημα στα Τέμπη, όπως και με την τραγωδία στο Μάτι, αρχίζει για τον πολίτη η αποδόμηση του κράτους-αρχηγού και, μαζί με τον θυμό, έρχεται και η ανασφάλεια. Ένας καλός φίλος, ο Στέλιος Ζωντός, σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας και πρόεδρος της Τhe Newtons Laboratory, μιας ανεξάρτητης διαφημιστικής εταιρείας, μου έλεγε χθες ότι δεν υπάρχουν εξωγενείς παράγοντες σε καμία από αυτές τις δύο μεγάλες τραγωδίες. Είναι και οι δύο αποτέλεσμα της κακής λειτουργίας του κράτους.

Και το δύσκολο τώρα για όλους μας, συμπληρώνει, είναι ότι υπό το βάρος 57 νεκρών στα Τέμπη, το να κάνεις μια ορθολογιστική κουβέντα δεν είναι καλό και δεν βοηθά. Γιατί; 

Μα διότι μια τέτοια κουβέντα, αυτήν τη στιγμή δεν ακούγεται. Ο κόσμος, που έχει θυμό και νοιώθει ανασφάλεια, δεν θέλει να του εξηγήσεις τι έγινε, γιατί έγινε και ποιος φταίει; Η «μέχρι το κόκαλο», όπως λένε, δικαστική έρευνα που ήδη διευθύνεται από τον πρόεδρο της Γενικής Εισαγγελίας, δεν φτάνει στις κεραίες των πολιτών. Που το μόνο που θέλουν να ακούσουν είναι τι θα κάνεις όσο πιο γρήγορα μπορείς για να μην ξανασυμβεί τέτοιο κακό.

Και ναι, αναμφίβολα όλος αυτός ο θυμός και η ανασφάλεια θα εκδηλωθούν και ως τάση στις επερχόμενες εκλογές. Και το ανησυχητικό αυτού, σύμφωνα τουλάχιστον με τις πρώτες ενδείξεις, είναι ότι θα κατευθυνθεί προς τα μη συμβατικά και μάλλον στα πιο ακραία κόμματα, όπως του Βελόπουλου, του Κασιδιάρη και άλλων από την άκρα αριστερά – ιδίως από τους νεότερους ψηφοφόρους.

Η διαφορά των περίπου 7 ποσοστιαίων μονάδων που χώριζε την ΝΔ από τον ΣΥΡΙΖΑ πριν από το δυστύχημα στα Τέμπη, φαίνεται να έχει μειωθεί στο 3%. Ταυτόχρονα, όμως, η αξιωματική αντιπολίτευση φαίνεται να μην έχει καρπωθεί καθόλου από το γεγονός. Δεν αύξησε ούτε κατ’ ελάχιστο το προ Τεμπών ποσοστό της. 

Αν και είναι νωρίς ακόμα και αν γίνουν στις 21 Μαΐου οι εκλογές, πιθανώς κι ακόμα πιο μετά, το καλοκαίρι, ο χρόνος είναι πολύς και θα υπάρξουν διαφοροποιήσεις. Όπως και να ’χει, η μεγάλη ανασφάλεια που νοιώθουν οι περισσότεροι πολίτες σήμερα, πιο πολύ οι νέοι επαναλαμβάνω, είναι επί του παρόντος μη διαχειρίσιμη! Και δεν φτάνουν ούτε εξαγγελίες, ούτε και διαβεβαιώσεις. Μόνο πράξεις.