Μετά και τις γιορτές των Χριστουγέννων, η πόλη ήταν σαν ένα καζάνι που κόχλαζε ενώ ο αναβρασμός δεν σταματούσε παρά την Καθαρά Δευτέρα. Οι πλείστοι κάτοικοί της ζούσαν και ανέπνεαν για το Καρναβάλι. Ο στρόβιλος των Απόκριων έπαιρνε στο πέρασμά του ακόμη και τους νέους κατοίκους που είχαν εγκατασταθεί σ’ αυτήν, κατεβαίνοντας από τα βουνά και τα γύρω χωριά για να φοιτήσουν στο γυμνάσιο ή ν’ αναζητήσουν εργασία. Από την Τσικνοπέμπτη έως και την Κυριακή της Τυρινής, σύννεφα τσίκνας σκέπαζαν τον ουρανό, αφού όλοι άναβαν κάρβουνα, έψηναν σουβλάκια, λουκάνικα και παστουρμάδες, στις αυλάδες, στα πεζοδρόμια, μπροστά από τα μαγαζιά, τα γραφεία ή τα μηχανουργεία.

Την Τσικνοπέμπτη, το άρμα με τον γιγάντιο βασιλιά Καρνάβαλο έμπαινε πανηγυρικά στην πόλη, συνοδευόμενο από τους Κανταδόρους Γιωργαλλέτου. Παντού κυκλοφορούσαν μασκαράδες, οι οποίοι πήγαιναν σε ταβέρνες και σε αίθουσες ξενοδοχείων στα “bal masqué”, τους γνωστούς καρναβαλίστικους χορούς του Κουρίου, του Άρη, των Κυριών, των Οδηγών (Προσκοπισμού). Ομάδες γύριζαν τα ξενοδοχεία για να κάνουν show και μια κριτική επιτροπή βράβευε τις καλύτερες. Μέσα στους νικητές ήταν πάντα αυτή του Δώρου Ιερόπουλου με τη Μύριελ και τον Γιώργο Τσακκιστό. Τις χορογραφίες έκανε μάλιστα η δασκάλα μπαλέτου Νάτια Νικολαΐδου, με χιουμοριστικά θέματα όπως η «Λίμνη των χοίρων». Άλλες ομάδες ήταν του Αρτεμάκη Ζαχαρίου, της Ρίτσας και του Κλείτου Κουτσούδη που σκόρπιζαν επίσης γέλιο και χαρά. 

Όσοι δεν μπορούσαν να διαθέσουν χρήματα για τα ξενοδοχεία, γλεντούσαν στα σπίτια, έτρωγαν, έπιναν, χόρευαν και τραγουδούσαν, ντυμένοι με αυτοσχέδια κουστούμια. Οι άντρες ντύνονταν γυναίκες, οι γυναίκες γέροι και γυρνούσαν την πόλη, κτυπώντας το κουδούνι στις πόρτες φίλων και γνωστών ή αν δεν υπήρχε κουδούνι, το σιδερένιο πόμολο στην πόρτα, φωνάζοντας «πελλόμασκες». Ήταν εκείνα τα αθώα μακρινά χρόνια που άνοιγες την πόρτα διάπλατα ανά πάσα στιγμή και οι επισκέψεις γίνονταν απροειδοποίητα. Αφού λάμβανε χώρα η αποκάλυψη και οι μάσκες έπεφταν, έρχονταν τα κεραστικά, προτού οι μασκαράδες τραβήξουν για το επόμενο σπίτι.

Την πρώτη Κυριακή της Απόκρεω, το Γ.Σ.Ο., το μοναδικό στάδιο της πόλης πλημμύριζε με παιδιά, γονείς και παππούδες που κάθονταν στις κερκίδες, παρακολουθώντας την παιδική παρέλαση, ενώ την επόμενη Κυριακή της Τυρινής θα γινόταν η μεγάλη παρέλαση, με άρματα και ομάδες να διασχίζουν τους κεντρικούς δρόμους, στους οποίους ξεχυνόταν όλη η πόλη μετά και το οικογενειακό τραπέζι, πετώντας κομφετί (χαρτοπόλεμο τον λέγανε), σερπαντίνες και κέρινα αυγά.

Η Πλακεντία βρισκόταν στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της ενώ αναμενόταν να γεννήσει μεταξύ Τσικνοπέμπτης και Καθαράς Δευτέρας. Της ήταν αδύνατο να δεχτεί αυτή την ανείπωτη συμφορά, να χάσει τα πάρτι και τις φανφάρες. Έτσι είχε τη φαεινή ιδέα, σε συνεννόηση με τον γυναικολόγο της, να γεννήσει με καισαρική νωρίτερα, ώστε να μη χάσει τους αποκριάτικους χορούς. Έραψε έγκαιρα τα κοστούμια της και με το που βγήκε από την κλινική, παρέδωσε το βρέφος φασκιωμένο στη γιαγιά, με μπιμπερό και γάλα σκόνη. Αυτή, με φτερά, λάμψη και γοητεία παρέλαυνε από σαλόνι σε σαλόνι, πότε ως Κλεοπάτρα, ως δούκισσα, σουλτάνα ή σπανιόλα, ολέ!

Όταν πέρασε και η Καθαρά Δευτέρα, παρέλαβε το βρέφος από τους παππούδες, το πήρε στο σπίτι της και έχοντας πάθει υπερκόπωση μετά από δέκα βράδια ξενύχτι και χορό, το παρέδωσε στην «κοπελλούδα», μέχρι η ίδια να συνέλθει και να συνεχίσει την κοσμική ζωή της με φιλανθρωπικά τέϊα, επισκέψεις, πάρτι, χορούς. Αρνούμενη την ταπεινή της καταγωγή, από τον φτωχομαχαλά της πόλης είχε κόψει κάθε συναναστροφή με τις συμμαθήτριες, ξαδέλφες και θείες της, που αν τις συναντούσε τυχαία στο δρόμο ή σ’ ένα ζαχαροπλαστείο, έκανε πως δεν τις έβλεπε. 

Ο άντρας της κουράστηκε κάποια στιγμή από τη μισαλλοδοξία, την υπεροψία και τη φαντασία της και την εγκατέλειψε. Αυτός που είχε μεγαλώσει μες στα πλούτη, δεν είχε την παραμικρή ανάγκη να τα επιδείξει, ήταν αντιθέτως ταπεινός, προσιτός και ουδέποτε σταμάτησε να βλέπει τους συμμαθητές και παλιούς του φίλους, κάνοντας τους το τραπέζι σε κέντρα αφού η σύζυγός του, η κυρία της «υψηλής κοινωνίας», δεν ήθελε να συναναστρέφεται με «λαϊκούς» ανθρώπους.

Έμεινε μόνη στο σπίτι με τους πολυελαίους, τα κρύσταλλα και τις ασημένιες κορνίζες, στις οποίες ποζάρει πότε ως βασίλισσα, πότε ως μαρκησία ή παλιάτσος. Στο υπόγειό του υπάρχει σωστό βεστιάριο με κουστούμια απ’ όλα τα πάρτι και τους χορούς, όπου είχε λάβει μέρος. Κατά τη διάρκεια των Απόκριων κατεβαίνουν από τις κρεμάστρες, τις ναφθαλίνες και τα σελοφάν και στήνουν ολονύχτιους χορούς. Ακούει βήματα και μουσικές και θυμάται τα περασμένα της μεγαλεία. Τι ωραία τότε που πόζαρε σαν βασίλισσα ενώ οι φίλες της είχαν μεταμφιεστεί ως κυρίες των τιμών. Άραγε η μούρη και η πόζα που πούλησε τόσα χρόνια ν’ αξίζουν τη σημερινή μοναξιά της βασίλισσας χωρίς βασίλειο ή υπηκόους; 

Υ.Γ. Η πόλη, μισό αιώνα μετά, εξακολουθεί να είναι ένα καζάνι που κοχλάζει τις Απόκριες. Η ημερομηνία των εκλογών αλλάζει και μετατίθεται ώστε να μη συμπίπτει με τα Καρναβάλια, γιατί τότε αλλοίμονο, κανένας κάτοικός της δεν θα πήγαινε να ψηφίσει μια τέτοια ιερή μέρα. «Εδώ Λεμεσός, εδώ Λεμεσός…».

dena.toumazi@gmail.com