Περίεργο πράγμα η ζωή. Το ίδιο και η γεωγραφία. Καθώς εμείς χορεύαμε στους ρυθμούς των Προεδρικών Εκλογών, ενόσω αναμέναμε με αγωνία τι θα φέξει στο κονκλάβιο του ΔΗΣΥ σε σχέση με τη στάση του κόμματος στον δεύτερο γύρο, κάποιοι Κύπριοι έσκαβαν με νύχια και με δόντια στα συντρίμμια να βρουν τα παιδιά τους. Μιλάμε για ανθρώπους που μένουν πάνω στο ίδιο κομμάτι γης, μερικά χιλιόμετρα ανατολικότερα, στην κατεχόμενη Αμμόχωστο.
Την ώρα που εμείς ασχολούμασταν με τον Αβέρωφ, τον Μαυρογιάννη και τον Χριστοδουλίδη, σειόμενοι ελαφρώς και από τους σεισμούς, εκείνοι ζούσαν τον υπέρτατο εφιάλτη. Τρέμουν τα χέρια μου και μόνο που το γράφω, αλλά κάντε λίγο εικόνα την αναλογία. Φανταστήκατε μαθητές από κάποιο σχολείο της Λάρνακας ή της Λεμεσού να βρίσκονταν σε ταξίδι για αθλητικούς αγώνες π.χ. στην Ελλάδα και τα ξημερώματα, την ώρα που κοιμόντουσαν αμέριμνοι στο ξενοδοχείο, να γινόταν ο πιο τρομακτικός σεισμός του 21ου αιώνα; Είναι ανατριχιαστικό το ξέρω κι ευτυχώς που ο συλλογισμός είναι υποθετικός. Υπήρχε όμως πιθανότητα να ασχολούμασταν αυτές τις μέρες με οτιδήποτε άλλο; Το σίγουρο είναι ότι ο δεύτερος γύρος των εκλογών θα είχε αναβληθεί και ούτε μια κάλπικη δεκάρα δεν θα δίναμε για το δίλημμα του Αβέρωφ, του Τορναρίτη και του Προδρόμου.
Και σήμερα ακόμη, αν ένας ουρανοκατέβατος ξένος ανοίξει μια τουρκοκυπριακή και μια ελληνοκυπριακή εφημερίδα ή ιστοσελίδα, θα νομίζει ότι η έδρα της πρώτης βρίσκεται στην άλλη άκρη της γης σε σχέση με τη δεύτερη. Τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά. Η Τουρκία δεν κείται καθόλου μακράν, ούτε και η Συρία. Στην παράδοξη πραγματικότητα της διαιρεμένης μας χώρας, όμως, ο σεισμός στον Συναγερμό είχε μεγαλύτερη ειδησεογραφική αξία από αυτόν στο Αντιγιαμάν.
Από την Κύπρο είχαν αναχωρήσει 39 άτομα, τα 35 από τα οποία επέστρεψαν σε φέρετρο περιλαμβανομένων και των 25 αθλητών ηλικίας από 11 μέχρι 14 ετών. Κυπριόπουλα με όνειρα, σχέδια και φιλοδοξίες που μέχρι πριν από μερικές μέρες ανέπνεαν τον ίδιο αέρα με μας. Και δεν είχαν την προοπτική του θανάτου ούτε στο πίσω μέρος του μυαλού τους, την ώρα που καταπλακώθηκαν μαζί με τα όνειρά τους. Μόνο ένας εκπαιδευτικός και τρεις συνοδοί γονείς διασώθηκαν. Μέχρι να εντοπιστούν οι σοροί, αρκετοί γονείς μετέβησαν από την Κύπρο στην Τουρκία και αναζητούσαν σαν αλλοπαρμένοι τα παιδιά τους από νοσοκομείο σε νοσοκομείο ή μέσα στα ερείπια του μοιραίου ξενοδοχείου κι άλλοι ανέμεναν στο νησί για έξι ατελείωτες μέρες με ελπίδα και απόγνωση. Τελικά τα νεκρά σώματα των παιδιών εντοπίστηκαν όπως ήταν ξαπλωμένα στα κρεβάτια τους.
Οι βαρυπενθούντες συγγενείς προσπαθούν τώρα να απαλύνουν έστω και λίγο την οδύνη κινούμενοι νομικά εναντίον των υπευθύνων του ξενοδοχείου, επειδή δεν μερίμνησαν επαρκώς για την αντισεισμική του θωράκιση. Σχολικές τάξεις στην κατεχόμενη Αμμόχωστο βλέπουν με σπαραγμό κενά θρανία, ενώ όλη η εκπαιδευτική και μαθητική κοινότητα είναι μουδιασμένη. Ολόκληρη η τουρκοκυπριακή κοινότητα στην πραγματικότητα προσπαθεί αυτές τις μέρες να συνέλθει από το σοκ, με δεδομένο ότι στο Καχραμάνμαρας, την Αντιόχεια, την Αλεξανδρέττα κι άλλοι Τουρκοκύπριοι έχασαν τη ζωή τους από τον μυριόνεκρο σεισμό.
Οπωσδήποτε, δεν έχει μεγαλύτερη αξία η ζωή των Κυπρίων, οποιασδήποτε κοινότητας, από των Τούρκων ή των Σύριων που δέχτηκαν το πιο συντριπτικό πλήγμα. Ωστόσο η εγγύτητα διαδραματίζει κάποιο ρόλο στη διαδικασία της συμπόνιας. Οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι μιλάνε για αφόρητο πόνο και μεγάλο πλήγμα και αντιμετωπίζουν το θανατικό ως «υπόθεση όλης της Κύπρου». Ποια Κύπρο όμως εννοούν; Όποτε εμείς στη νότια πλευρά αναφερόμαστε στην Κύπρο, ποια Κύπρο εννοούμε; Ή καλύτερα, ΠΟΣΗ Κύπρο εννοούμε;
Είναι ο μισός αιώνας κατοχής που έχει μετατρέψει τη γραμμή αντιπαράταξης σ’ ένα τόσο σκληρό σύνορο, ώστε κάνει την απόσταση μερικών μέτρων να μοιάζουν με έτη φωτός; Ή μήπως το χάσμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων ήταν πάντα πάνω- κάτω το ίδιο; Μήπως το κλίμα στην ουσία ελάχιστα άλλαξε από το 1960; Και μη μου αντιτάξετε ότι κατεβάσαμε τις σημαίες στη μέση του ιστού, αλλά και προτείναμε να στείλουμε ομάδα διάσωσης. Είναι σαν να συμπαραστεκόμαστε στο δράμα μιας άλλης χώρας, μακρινής. Και παράλληλα σφίγγουμε τα χείλη στην ιδέα ότι πληγέντες από την Τουρκία –με άλλα λόγια «έποικοι»- ενδέχεται να βρουν καταφύγιο στην Κύπρο, ενώ θεωρείται σίγουρο ότι το ίδιο θα συμβεί με τους δεινοπαθούντες στη Συρία- με άλλα λόγια «λαθρομετανάστες». Να δούμε πόσο συμπονετικοί θα είμαστε όταν συμβεί αυτό.
Στο βάρος του πένθους έγκειται η διαφορά. Ένα συλλυπητήριο μήνυμα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι μεσίστιες σημαίες της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΕ στη Βουλή και το Πανεπιστήμιο Κύπρου, ή η ελληνική (!) σημαία που κυμάτιζε μεσίστια στο Δημαρχείο Στροβόλου, είναι το ελάχιστο. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι την Τσικνοπέμπτη μια χαρά γιόρταζε ολόκληρο το νησί σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ακόμη και στην Πανεπιστημιούπολη, λίγα μέτρα πιο πέρα από τις μεσίστιες σημαίες, η ΦΕΠΑΝ γλεντούσε με ψητό κρέας και μουσική στη διαπασών. Την ίδια ώρα μόνο στα ΜΚΔ δημιουργήθηκε ρεύμα για κήρυξη εθνικού πένθους, χωρίς αποτέλεσμα, ενώ πολιτικές δυνάμεις έστελναν ανάλογα κούφια αιτήματα προς το κράτος για τα αυτονόητα.
Θεωρούμε ή δεν θεωρούμε τελικά τους Τουρκοκύπριους εν δυνάμει πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας; Μήπως τους θεωρούμε πολίτες δεύτερης κατηγορίας; Γι’ αυτό απλώς αναλωνόμαστε σε επιδείξεις ανωτερότητας και ψυχοπονιάς έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού και τις πολιτικές προεκτάσεις (ή τα όποια «οφέλη») της συνθήκης; Άραγε αν φύγουν τα κατοχικά στρατεύματα θα θεριέψει η ενσυναίσθηση, η συμπόνια και η ευσπλαχνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων; Μήπως τελικά μόνο οι τεκτονικές πλάκες μπορούν να μας ενώσουν;
Ελεύθερα, 19.2.2023