Είναι φορές, ιδίως όταν οι καταστάσεις γύρω είναι φορτισμένες και δεν προλαβαίνεις να τις βάλεις σε μία τάξη μέσα στο μυαλό σου, που χτυπάει μέσα μου ένα καμπανάκι που μου λέει «κάνε πίσω  λιγάκι, κράτα μια απόσταση από τα πράγματα, άσε τους παλμούς σου να πάρουν κανονικό ρυθμό, και ξεφόρτωσε αχρείαστα αρχεία από τον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου σου».

  «Μα δεν βλέπεις; Καίγεται ο κόσμος αδερφέ. Δυστυχήματα. Σεισμοί. Καταποντισμοί. Τράπεζες που καταρρέουν. Ακρίβεια. Εκλογές έρχονται. Επισκέπτες έρχονται. Κάλυψε το ένα, κάλυψε το άλλο…». Η βουβή φωνή της προσωπικής μου διαμαρτυρίας. 

  Οι ειδοποιήσεις στο κινητό μου δεν έχουν σταματημό. Κάθε κόμμα, κάθε πολιτικός, κάθε οργανισμός, έχει κάτι να σου πει. Όλα ονομάζονται «ενημερωτικά», αλλά αν τα προσεγγίσεις με ψυχρή λογική, εύκολα θα καταλάβεις ότι είναι το αντίστοιχο της ντουντούκας που κρατούσαμε στις διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις στα πανεπιστήμια όταν κάναμε τους επαναστάτες.

  Άρχισα να ξεσκαρτάρω notifications από πρόσωπα, μίντια οργανισμούς και newsletters. Αφαιρώ από το προφίλ μου στοιχεία για τον εαυτό μου. Από βιογραφικά μέχρι και ιδιαίτερες προτιμήσεις,  πχ σε φαγητά, σε εποχές, σε μέρη, κλπ, γιατί συνειδητοποίησα με πολύ επώδυνο τρόπο, ότι όλες αυτές οι πληροφορίες που εκχωρείς καλοπροαίρετα για να τις μοιραστείς με ανθρώπους που θέλεις, τις τσιμπάνε διάφορα αρπαχτικά του διαδικτύου και σε ταράζουν στο καμάκι!

  Επειδή λοιπόν δυσκολεύομαι να νηστέψω κανονικά αυτήν την Σαρακοστή, (εννοείται όμως ότι κρέας δεν ακουμπώ), αποφάσισα να κάνω μια νηστεία πολύ πιο δύσκολη, που ένα μέρος της εμπεριέχει και το «κόψιμο» όσων σας ανέφερα πιο πάνω. 

  Και ταυτόχρονα, πρόσθεσα άλλα πράγματα, όπως να κάνω χειραψία με ανθρώπους που εκτιμώ (κάτι που μας το στέρησε η πανδημία), να καλώ στην εκπομπή μου στο ραδιόφωνο ανθρώπους που δεν είναι συγκρουσιακοί και θυμωμένοι, αλλά ήρεμοι, χαμηλόφωνοι, καταρτισμένοι και επί της ουσίας. 

  Οι καλοί μου φίλοι μου επισήμαναν ότι η ακροαματικότητα της εκπομπής θα πέσει αν συνεχίσω «με αυτά τα μυαλά». 

  Η Ελλάδα, ναι, είναι ένα καζάνι που βράζει αυτόν τον καιρό. Πάντα ήταν, μεταξύ μας. Αλλά μετά από την τραγωδία των Τεμπών βράζει δικαιολογημένα. Το «δικαιολογημένα» φτάνει μέχρι του σημείου να πειστεί ο κόσμος, όχι με υποσχέσεις και μοιρασιά των ευθυνών στους αντιπάλους, ότι οι υποσχέσεις δεν περνάνε πια και οι αντιπαραθέσεις για κομματικούς σκοπούς είναι απεχθείς. 

  Η χώρα ετοιμάζεται να πάει σε εκλογές, μέσα σε κλίμα βαρύ. Τα συλλαλητήρια των τελευταίων ημερών κατέληξαν σε επεισόδια. Τα συνθήματα που ακούστηκαν, ήταν από εκείνα που, αν μπορούσες, θα έβαζες και αυτά στην «φραγή εισερχομένων κλήσεων» για να μην φτάνουν, όπως τα notifications, στα δικά σου αυτιά, στη δικιά σου επικράτεια.

  Ραδιοφωνικός μου συνάδελφος σε άλλο σταθμό, έλεγε χθες το εξής σοφό επ’ αυτού: «Με αφορμή ένα δυστύχημα για το οποίο όλοι όσοι έχουν μικρή ή μεγάλη ευθύνη ανήκουν στο δημόσιο, κάποιοι συμπολίτες απεργούν και διαδηλώνουν με σύνθημα και αίτημα να σταματήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις!» 

  Επέστρεψα στο σπίτι από τις διαδηλώσεις αποκαμωμένος ψυχικά. Σταμάτησα ένα ταξί και μπήκα φορώντας την μάσκα μου. Παρόλο που τυπικά το μέτρο καταργήθηκε από προχθές, προτιμώ όπου κρίνω ότι πρέπει ή το χρειάζομαι να την φορώ. Ο ταξιτζής είχε διαφορετική άποψη όμως. «Φοράς μάσκα;» με ρώτησε, ενώ έβλεπε ότι φορούσα. «Ναι», του απάντησα. «Φορώ». «Καλά, δεν καταλαβαίνεις ότι με προσβάλεις;», παρατήρησε. Ήμασταν σταματημένοι σε φανάρι. «Με συγχωρείτε», του είπα, του έδωσα ένα δεκάευρω και κατέβηκα. Στάθηκα για λίγο στην άκρη του δρόμου, έκανα μια μικρή προσευχή και σταμάτησα άλλο ταξί που, πριν μπω, τον ρώτησα αν ενοχλεί που φορώ μάσκα, και απάντησε «καθόλου κύριέ μου – αν θέλετε, να βάλω και εγώ».

  Οι δύο Ελλάδες σε ένα ταξί!