Γ’ μέρος

Ήταν η μοναδική πλατεία της πόλης εφόσον οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες δεν τις προωθούσαν πολεοδομικά. Εκεί οικοδομήθηκε ένα μεγάλο θέατρο το Ριάλτο, όπου γίνονταν θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές, χοροεσπερίδες, αποκριάτικοι χοροί, ενώ τα σπίτια τριγύρω είχαν μετατραπεί σε καμπαρέ και σε μπορδέλα. Στο κέντρο της, όπου ανάβλυζε ένα σιντριβάνι ανεγέρθηκε μετά την Ανεξαρτησία του νησιού το Μνημείο των Ηρώων και των Πεσόντων οι οποίοι θυσιάστηκαν στους αγώνες του ’21, στους παγκοσμίους πολέμους και στους απελευθερωτικούς αγώνες υπέρ της Κυπριακής Ανεξαρτησίας. 

Μετά τη δεκαετία του ’60 τα σχολεία έπαιρναν τους μαθητές να καταθέσουν δάφνινο στεφάνι στις εθνικές επετείους. Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές τους απαγόρευαν να κοιτάνε δεξιά και αριστερά για να τoυς προστατεύσουν από το ανήθικο θέαμα των γυναικών που κάθονταν στα πεζοδρόμια, έξω από τα σπιτάκια με τις κόκκινες λάμπες. Πολλές είχαν βαμμένα ξανθά τα μαλλιά τους, κόκκινα τα νύχια ενώ φορούσαν έξωμα φουστάνια με μεγάλο ντεκολτέ. Είχαν το τσιγάρο στα κόκκινα χείλη και ένα ποτήρι ουίσκι δίπλα από το φλυτζάνι του καφέ. Τα παιδιά τις κοιτάζαν με πλάγιες ματιές ενώ αυτές διασκέδαζαν με την αμηχανία των αγοριών, ρίχνοντάς τους πειράγματα και λάγνες ματιές με τα μεγάλα τους ματοτσίνορα, στα οποία είχαν κολλημένες χοντρές προσθετικές βλεφαρίδες. 

Οι ατζέντηδες και οι ιμπρεσάριοι έφερναν εκείνη την εποχή μπαλέτα από Ισπανία και Γαλλία, με κορίτσια καλλονές, τις αρτίστες που χόρευαν καν-καν και φλαμέγκο. Κάποια καμπαρέ έκαναν μάλιστα ματινέ, δηλαδή απογευματινά σόου για όλη την οικογένεια. Μέχρι αληθινά άλογα με κορδελίτσες στη χαίτη χόρευαν στην πίστα. Με τις εξόδους αυτές αποφορτίζονταν και απομυθοποιούνταν στα μάτια της οικογένειας τα καμπαρέ, στα οποία σύχναζαν τα βράδια κάποιοι από τους άντρες επιστρέφοντας στο σπίτι μυρίζοντας τσιγάρα, ουίσκι, ιδρώτα και γυναικεία αρώματα.

Όποτε φυσούσε ο Βορκάς από τα βουνά της Καραμανιάς το νησί πάγωνε. Οι άνθρωποι στην ύπαιθρο κάθονταν γύρω από τις ξυλόσομπες και τις τσιμινιές με τους καπνούς να ταξιδεύουν πάνω από τα χωριά με τις πέτρινες στέγες, τα δώματα, τα αμπέλια, τους οπωρώνες, μαζί με τους λογισμούς τους. Στις πόλεις οι αστοί έκαιγαν σόμπες πετρελαίου και υγραερίου ή ηλεκτρικά καλοριφέρ. Τα κύματα έσπαζαν στον μόλο, πλημμύριζε η παραλιακή οδός, φούσκωναν οι χείμαρροι, πλημμύριζε το κέντρο της πόλης, η αγορά και το κάστρο.

Παραμονή της μεγάλης γιορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου η Φόνη πήγε όπως κάθε χρόνο στο γειτονικό χωριό για ν’ ανάψει λαμπάδα και να παρευρεθεί στην αγρυπνία. Πάντα έπιανε ρεπό και ποτέ δεν εργαζόταν τέτοιες μέρες. Επέστρεψε αλαφιασμένη με την όψη αγριμιού στα μάτια και για μέρες έκαιγε στους πυρετούς, παραληρώντας και μιλώντας για ένα λεωφορείο που πέρασε μπροστά της, γεμάτο άντρες και έφηβους και για τον τουφεκισμό τους εκεί στην ερημιά. Πουθενά δεν είχε καταγραφεί μια τέτοια σφαγή, ούτε υπήρξε ομαδικός τάφος, παρά μόνο στο άρρωστο μυαλό και στη φαντασία της Φόνης. Τη μετέφεραν στο ψυχιατρείο όπου οι γιατροί την πότιζαν με φάρμακα που βοηθούν στη λήθη και στη λησμονιά.  

Επιστρέφοντας μετά από καιρό πίσω στα «σπίτια των γυναικών», δεν ξαναμίλησε σε κανένα για εκείνο το περιστατικό. Μα κάθε παραμονή της Κοίμησης της Θεοτόκου, η Φόνη έσκυβε πάνω από μια σκάφη ζυμώνοντας, με τον ιδρώτα και τα δάκρυά της να στάζουν μέσα στο αλεύρι. Με το ζυμάρι έπλαθε μικρά ανθρωπάκια σαν αρχαία ειδώλια, άντρες και αγόρια, ψήνοντάς τα στον φούρνο ολονυχτίς, παραμιλώντας και μετρώντας τα ξανά από την αρχή: 85, 86, 87. «Επέλλανεν πάλαι η καημένη», έλεγαν με συγκατάβαση οι άλλες γυναίκες. Ανήμερα της Κοιμήσεως έφευγε με μια κοφίνα γεμάτη ανθρωπάκια από ζυμάρι και δεν επέστρεφε παρά τη νύχτα με το καλάθι της άδειο. Κάποιοι έλεγαν πως την είδαν να τα πουλά στο πανηγύρι, άλλοι να ταΐζει μ’ αυτά τα ψαράκια και τα πουλιά στην προκυμαία ή να θάβει τα μικρά ζυμαρένια της ειδώλια μέσα στο χώμα. 

Δεν ζούσε πια για να δει στην τηλεόραση και στις εφημερίδες τη φρικτή αποκάλυψη του ομαδικού τάφου στο σημείο για το οποίο η ίδια μιλούσε όσο ήταν ζωντανή. «Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον». Η γη μας είναι σπαρμένη από αρχαίους οικισμούς, ανάκτορα, αγορές, τάφους με κτερίσματα και ειδώλια. Θεοί και άνθρωποι βγαίνουν από τη λήθη, μέσα από τα έγκατα της γης, το σκοτάδι και τα βάθη του χρόνου και λούζονται ξανά κάτω από το μεσογειακό φως. Οι χείμαρροι κατεβαίνουν ορμητικοί κάθε χειμώνα, σκορπίζοντας στα χωράφια ή στα ακρογιάλια κούρους, κόρες, κομμάτια από αμφορείς και λυχνίες που φώτιζαν τα σπίτια σε καιρούς μακρινούς και που τώρα ρίχνουν φως στη μνήμη. Τα δυνατά φώτα από νέον, στα νυχτερινά κέντρα αναψυχής, στα γραφεία, στις καφετέριες, βγάζουν μια εκτυφλωτική λάμψη. Πολυτελή αυτοκίνητα στέκονται στα φώτα τροχαίας, τουριστικά λεωφορεία πηγαινοέρχονται ολόχρονα από τα αεροδρόμια και τα λιμάνια, μεταφέροντας τους τουρίστες στα ξενοδοχεία και τα τουριστικά καταλύματα, κτισμένα πάνω σε αρχαίες πόλεις και νεκροπόλεις. 

Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης… 

dena.toumazi@gmail.com