Τα τραγικά επικοινωνιακά τεχνάσματα της ελληνικής κυβέρνησης, που προσπάθησε να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη με απώτερο στόχο ν’ αποσείσει τις βαρύτατες ευθύνες της από την ασύλληπτη τραγωδία στα Τέμπη και να κερδίσει αλώβητη τις εκλογές, κανονικά πρέπει να διδαχθούν ως παράδειγμα προς αποφυγή σε όλες τις δημοκρατικές κυβερνήσεις. Κι αυτό, επειδή κατάφερε το ακριβώς αντίθετο από αυτό που επιδίωκε, ξεχειλίζοντας τη λαϊκή οργή.
Η Κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχείρησε αρχικά να περάσει το μήνυμα πως η δική της ευθύνη ξεκινά και τελειώνει στον τρόπο διαχείρισης της τραγωδίας, εστιάζοντας στο αδιαμφισβήτητο ανθρώπινο λάθος και όχι στα μέτρα που έπρεπε να είχε λάβει για αποτροπή της. Γι’ αυτό τις πρώτες μέρες, έγνοια των κυβερνητικών στελεχών ήταν ν’ αποδείξουν στις δημόσιες παρεμβάσεις τους στα ΜΜΕ, πως διαχειρίστηκαν καλύτερα την τραγωδία από την Κυβέρνηση Τσίπρα στη φονική πυρκαγιά στο Μάτι. Θεώρησαν δε, πως η παραίτηση του αρμόδιου υπουργού, Κώστα Καραμανλή, ήταν αρκετή για να ξεπλύνει τις ευθύνες της παρούσας Κυβέρνησης, η οποία είχε προειδοποιηθεί ουκ ολίγες φορές για ενδεχόμενη τραγωδία.
Δεν έπιασαν το μήνυμα ούτε στις πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις, ούτε όταν προκλήθηκε θύελλα αντιδράσεων μετά τις δηλώσεις του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, ο οποίος επιβεβαίωσε πως ο παραιτηθείς υπουργός για την τραγωδία στα Τέμπη θα είναι κανονικά υποψήφιος με τη Ν.Δ. στις προσεχείς εκλογές. Ακολούθησαν απίστευτα θρασείς και άστοχες δηλώσεις από υπουργούς και βουλευτές, με χειρότερη αυτήν του υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Άδωνι Γεωργιάδη, που είπε: «Είσαι ο Υπουργός Μεταφορών. Μπορείς να πας στη Βουλή και να πεις “ναι έχουμε πρόβλημα ασφάλειας στα τρένα;”. Μα αν το πεις αυτό δεν θα μπει αύριο άνθρωπος. Είναι πιθανόν ο Υπουργός να σκέφτηκε ότι αν εγώ ως Υπουργός Μεταφορών βγω να πω ότι έχουμε πρόβλημα ασφάλειας στα τρένα αύριο δεν θα λειτουργούσε η Ελλάδα».
Η ελληνική κυβέρνηση αντιλήφθηκε τι συμβαίνει, μόνο όταν άρχισαν να φτάνουν τα αποτελέσματα των πρώτων δημοσκοπήσεων, οι οποίες δείχνουν μείωση της ψαλίδας με το δεύτερο ΣΥΡΙΖΑ, που επίσης φέρει βαρύτατες ευθύνες για το σιδηροδρομικό δυστύχημα.
Χρειάστηκε πέντε ολόκληρα εικοσιτετράωρα για να καταλάβει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πως αφού δεν είχε πρόθεση να παραιτηθεί, έπρεπε τουλάχιστον να ζητήσει και ο ίδιος συγνώμη. «Αυτονόητα, οφείλω σε όλους, αλλά πάνω απ’ όλα στους συγγενείς των θυμάτων, μια μεγάλη συγγνώμη, τόσο προσωπική, όσο και στο όνομα όλων όσοι κυβέρνησαν τη χώρα εδώ και χρόνια» είχε αναφέρει την Κυριακή 5 Μαρτίου. Αναγκάστηκε ακόμη να ομολογήσει πως δεν μπορεί η Κυβέρνηση να κρυφτεί πίσω από το ανθρώπινο σφάλμα, παραδεχόμενος το αυτονόητο, πως «αν το έργο της τηλεδιοίκησης είχε ολοκληρωθεί, το δυστύχημα θα ήταν πρακτικά αδύνατο να είχε συμβεί».
Ούτε αυτό καταλάγιασε, ωστόσο, τη λαϊκή οργή. Οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν και την προηγούμενη εβδομάδα και ήταν οι πιο μαζικές των τελευταίων χρόνων. Αυτό ανάγκασε τον Έλληνα Πρωθυπουργό, να ζητήσει για δεύτερη φορά συγνώμη και ν’ ανακοινώσει μια σειρά μέτρων για την ασφάλεια των σιδηροδρομικών διακινήσεων. Ετεροχρονισμένη συγνώμη, ετεροχρονισμένα μέτρα από ακόμη μια Κυβέρνηση, που τρέχει να σώσει την υστεροφημία της, όχι επειδή αντιλήφθηκε το βάρος της ευθύνης της, αλλά επειδή μπορεί να χάσει τις εκλογές.