Το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου είχε όρεξη φέτος και αποφάσισε να συνδυάσει την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου με τους εορτασμούς για την 70ή του επέτειο. Να μας ζήσει, αλλά η συγκυρία αυτή σήμανε έναν ευχάριστο… «βομβαρδισμό» μηνυμάτων κι από τις πέντε περιφέρειες της UNESCO, να μην ξέρεις ποιο να πρωτοδιαβάσεις για να μπεις στο πνεύμα.

Από προσωπικό ενδιαφέρον και επαγγελματική διαστροφή, αν θέλετε, διάβασα και τα πέντε. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν και τόσο αδιάφορες και περιττές οι αναμενόμενες γενικολογίες και ευφημισμοί για τη σημασία του θεάτρου ειδικά στη ρευστή εποχή μας. Ωστόσο, το σημείο όπου «σκάλωσα» ήταν ο οικείος αφορισμός της Μεξικάνας θεατρικής συγγραφέως Σαμπίνα Μπέρμαν (περιφέρεια Αμερικής) ότι το θέατρο είναι «η τέχνη του να είσαι στο παρόν». Ή, όπως το έθεσε με διαφορετική διατύπωση ο Βρετανός σκηνοθέτης και ηθοποιός Σάιμον ΜακΜπέρνι (περιφέρεια Ευρώπης) «το θέμα του θεάτρου είναι πάντοτε η παρούσα στιγμή».

Μάλιστα. Το «τώρα» λοιπόν. Το οποίο βέβαια χωρίς το «εδώ» είναι ορφανό. Σημασία έχει, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου που γιορτάζεται στις 27 Μαρτίου, να αναλογιστούμε τη δική μας θεατρική πραγματικότητα. Όχι μόνο τη μαγική εκείνη στιγμή που παρακολουθούμε μια θεατρική παράσταση. Να αποτιμήσουμε τις παραμέτρους που διαμορφώνουν το τοπίο και μας επιτρέπουν να έχουμε μια υποφερτή θεατρική παραγωγή. Και σε σχέση μ’ αυτό δεν είναι φρόνιμο να κοιτάζουμε μόνο το παρόν και να εφησυχάζουμε. 

Δουλειά του θεατή είναι να παρακολουθήσει μια παράσταση, να επικοινωνήσει, να χειροκροτήσει και να πάει σπίτι του με όσα του πρόσφερε. Αυτό όμως είναι το τελικό στάδιο της διαδικασίας και δική μας δουλειά είναι να αποτιμούμε σωστά το συνολικό οικοδόμημα που λέγεται κυπριακό θέατρο, δηλαδή όλο το καζάνι που βράζει κι όχι μόνο την άκρη του σωλήνα απόσταξης. Κι είναι πράγματι ένα καζάνι που βράζει, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει πάντοτε με την τέχνη, μια διαδικασία συνεχούς ζύμωσης.

Υπάρχει βέβαια κι η άλλη πλευρά του νομίσματος. Τα δεδομένα που έθεσε το νέο πλαίσιο επιχορηγήσεων δημιουργούν πράγματι την εικόνα ενός καζανιού που βράζει στα ενδότερα των ελεύθερων θεάτρων. Το αυστηρά τεχνοκρατικό σχέδιο «Θυμέλη» γεννήθηκε μέσα από τις νέες ανάγκες που προέκυψαν, εντούτοις είναι δεδομένο και με την πάροδο του χρόνου ολοένα και εμφανέστερο ότι συμβάλλει καθοριστικά και στη μεταβολή του τοπίου. Όπως είναι δεδομένο ότι όσο κι αν προσπαθήσουν, όση δίαιτα κι αν κάνουν κάποιοι, το νέο «κοστούμι» δεν υπάρχει περίπτωση να τους χωρέσει. Στη νέα κατάσταση πραγμάτων, περισσεύουν.

Ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής, ο πρόεδρος του ΘΟΚ επανέλαβε την πάγια θέση του Οργανισμού ότι οι επιχορηγήσεις αφορούν αυστηρά τη θεατρική ανάπτυξη κι όχι τα δάνεια, τα χρέη ή οποιεσδήποτε άλλες ανάγκες κάποιων καλλιτεχνικών Οργανισμών. Και φυσικά, με τον τρόπο που το έθεσε, κάθε άλλο παρά αντέδρασε κάποιος από τους βουλευτές, οι οποίοι άλλωστε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, μηδαμινή εικόνα έχουν για τη θεατρική μας πραγματικότητα.

Χωρίς να το παίζω Κασσάνδρα, θεωρώ νομοτελειακό το ότι τα τέσσερα ιστορικά θέατρα του πάλαι ποτέ «Σχεδίου Γ» θ’ αρχίσουν να «σκάνε». Με τον τρόπο που έχουν δομηθεί να λειτουργούν είναι αδύνατον να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, όσο φιλότιμες οικονομικά και καλλιτεχνικά προσπάθειες κι αν καταβάλλουν. Πρέπει λοιπόν να το πάρουν απόφαση οι εμπνευστές του Θυμέλη ότι αναπόφευκτα, αργά ή γρήγορα, θα βάψουν τα χέρια τους με «αίμα». Κάποια μέλη της θεατρικής κοινότητας μπορεί να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο αυτό θετικά ή ακόμη και με χαιρεκακία, όμως εκτός από ιστορικά επιβλαβές, αυτό είναι κάτι που θα έχει αλυσιδωτές συνέπειες που δεν θα αφήσουν κανένα ανεπηρέαστο.

Ούτε τα μικρά σχήματα που είναι σαρξ εκ της σαρκός της ιστορικής δράσης του ελεύθερου θεάτρου, αλλά ούτε και τον ίδιο τον ΘΟΚ, αφού θα αποδυναμωθεί η αφήγηση του συντονιστικού του ρόλου του στη γενικότερη θεατρική δραστηριότητα. Η «φιλελευθεροποίηση» δημιουργεί συνθήκες ακραίου ανταγωνισμού, που στην περίπτωση του θεάτρου είναι τοξικός. Και θα το βρούμε μπροστά μας.