Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Αρκετοί παράγοντες της οικονομίας δηλώνουν εδώ και μερικούς μήνες ότι κάποιες πρόσθετες και πιο επώδυνες παρενέργειες από την κρίση του κορωνοϊού θα γίνουν αντιληπτές από τον Νοέμβριο και μετά. Ο σταδιακός τερματισμός των σχεδίων στήριξης επιχειρήσεων και εργαζομένων, τα οποία όντως συγκράτησαν τις «κανονικές» απολύσεις αλλά δεν απέτρεψαν χιλιάδες αναστολές εργασίας διαφόρων ειδών, ούτε τις μειώσεις μισθών, ήταν εξόφθαλμο ότι θα οδηγούσε σε ακόμα μεγαλύτερη αναστάτωση στην αγορά εργασίας. Αν προσθέσουμε και τη λήξη της περιόδου αναστολής της καταβολής δόσεων για εξόφληση δανείων, γίνεται αντιληπτό ότι πολλά νοικοκυριά αλλά και επιχειρήσεις καλούνται να περάσουν έναν κακό, ψυχρό και ανάποδο χειμώνα.
Όλοι ξέραμε ότι το τελικό ξεκαθάρισμα για το ποιοι θα συνεχίσουν να έχουν δουλειά και ποιοι όχι θα γινόταν κάπου κοντά στα Χριστούγεννα. Μια ελπίδα υπήρχε, βέβαια, ότι στη διάρκεια του καλοκαιριού θα ελεγχόταν η πανδημία, θα επιστρέφαμε ή θα παραμέναμε σε μονοψήφιο αριθμό κρουσμάτων και σιγά-σιγά η οικονομία θα επέστρεφε στους ρυθμούς του 2019. Ήταν περισσότερο ευχή, καθώς όλα τα ιατρικά και οικονομικά δεδομένα στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και ευρύτερα, δεν δικαιολογούσαν την αισιοδοξία ότι ο κορωνοϊός ξεθύμανε μια και καλή και ότι μπήκαμε ανεπιστρεπτί σε πορεία ανάκαμψης.
Τώρα είναι πιο εύκολα αντιληπτό ότι αυτή η κρίση δεν μπορεί να είναι παροδική, διότι η αντιμετώπισή της δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις αντιδράσεις των κυβερνήσεων ή των αγορών, αλλά κυρίως από τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου ιού και τις δυνατότητες της επιστημονικής κοινότητας να τον αντιμετωπίσει. Όσο κι αν μας απογοητεύει να το σκεφτόμαστε, είναι αλήθεια ότι το εμβόλιο αργεί και μαζί του αργεί και η λήξη του συναγερμού. Και δυστυχώς, μοιάζουν λογικές και βάσιμες οι ανησυχίες σοβαρών επιστημόνων ότι ο χειμώνας θα προκαλέσει χειρότερες επιπλοκές, καθώς τα κρούσματα θα αυξάνονται σταδιακά και τα συστήματα υγείας θα δεχθούν πολύ μεγαλύτερες πιέσεις, λόγω της παράλληλης δράσης του ιού της γρίπης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η υπουργός Εργασίας καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να πείσει ότι η κυβέρνηση δεν θα αφήσει να συμβούν όσα φοβούνται επιχειρήσεις και εργαζόμενοι. Κυρίως με αποδέκτες τους εργαζόμενους, η κυρία Αιμιλιανίδου δεν τσιγκουνεύεται καλοπροαίρετες δηλώσεις και προειδοποιήσεις ότι δεν θα επιτραπούν μονομερείς ενέργειες από την εργοδοσία, είτε για απολύσεις, είτε για μειώσεις μισθών και υποβάθμιση όρων εργοδότησης.
Το ΚΕΒΕ το είπε αρκετά καθαρά στην ανακοίνωση που έβγαλε την Πέμπτη. Αφού τα σχέδια στήριξης, όπως τα ζήσαμε στα αρχικά στάδια της πανδημίας, ολοκληρώθηκαν χωρίς να ανανεωθούν, στο πλαίσιο αυστηρότερης δημοσιονομικής διαχείρισης, κι αφού έληξε ή λήγει και το χρονοδιάγραμμα της «απαγόρευσης» απολύσεων απ’ όσες επιχειρήσεις επωφελήθηκαν από τα σχέδια, κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει την εργοδοσία να πάψει να είναι εργοδοσία για μέρος του προσωπικού της. Πονά, απογοητεύει, απελπίζει, ενδεχομένως και να εξοργίζει, αλλά αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα. Όσο συμπαθής κι αν είναι η υπουργός, δεν μπορεί να πείσει ότι χωρίς άλλη άμεση οικονομική στήριξη στις επιχειρήσεις μπορεί να ανακόψει το κύμα απολύσεων που έρχεται.
Ότι και αυτή η κρίση θα τύχει εκμετάλλευσης από πολλούς για να υλοποιηθούν σχεδιασμοί που αποσκοπούν στην όπως-όπως μείωση του εργατικού κόστους δεν αμφιβάλλει κανείς, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα δεδομένα.
Όταν η υπουργός προειδοποιεί πως όσοι απολύσουν κόσμο λόγω των συνεπειών της πανδημίας θα πληρώσουν οι ίδιοι τις αποζημιώσεις και όχι το Ταμείο Πλεονασμού, ξέρει πολύ καλά πως η δήλωση απλώς θα γαργαλήσει κάποια αυτιά και θα ξεχαστεί κι αυτή σύντομα. Άλλωστε, εδώ που φτάσαμε και εκεί που πάμε, πολλοί εργαζόμενοι βλέπουν τον πλεονασμό σαν λύτρωση ή έστω σαν διέξοδο. Και οι εργοδότες ξέρουν πως ο πλεονασμός μπορεί να λειτουργήσει, ιδιαίτερα σε αυτή τη φάση, σαν το καρότο που θα διευκολύνει τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους…
Δυστυχώς, κανένας δεν μπορεί να ανακόψει αυτή την πορεία. Άλλωστε, ο νόμος περί τερματισμού της απασχόλησης και ειδικότερα οι πρόνοιες για πλεονασμούς έτυχαν τόσης κακομεταχείρισης και αυθαιρεσίας, που κανέναν δεν μπορεί να πείσει η υπουργός ότι θα γίνει σήμερα η αρχή για να σταματήσει η κατάχρηση αυτού του εργαλείου.