Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ συνεχίζουν να πλήττουν το Ιράν. Η Τεχεράνη απαντά σε μεγάλο βαθμό μόνη της, στοχεύοντας ισραηλινές και αμερικανικές θέσεις, αλλά και εγκαταστάσεις στον Περσικό Κόλπο. Οι στρατιωτικές αναπτύξεις επεκτείνονται. Οι ενεργειακές αγορές ήδη αντιδρούν.
Το κεντρικό ερώτημα πλέον δεν είναι γιατί απέτυχε η διπλωματία — εάν ποτέ είχε πραγματική πιθανότητα επιτυχίας — αλλά ποιοι στρατηγικοί στόχοι επιδιώκονται και κατά πόσον οι εμπλεκόμενοι διαθέτουν στρατηγική εξόδου και ένα σαφές σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Η στρατιωτική δράση απαντά στο ερώτημα της ισχύος. Σπανίως όμως απαντά στο τι ακολουθεί.
Για το Ιράν, ο υπέρτατος στόχος είναι η επιβίωση του καθεστώτος. Η στρατηγική του βασίζεται σε ασύμμετρα μέσα πίεσης: βαλλιστικούς πυραύλους, διαταραχή της ναυσιπλοΐας, πίεση στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής και, όταν το θεωρεί χρήσιμο, ενεργοποίηση συμμαχικών μη κρατικών δρώντων. Οι πρόσφατες επιθέσεις της Χεζμπολάχ στο Ισραήλ υπενθυμίζουν ότι αυτά τα δίκτυα, αν και αποδυναμωμένα, δεν έχουν εξαφανιστεί. Η αποτροπή του Ιράν δεν είναι συμμετρική. Είναι συστημική. Εάν το κόστος μιας επίθεσης εναντίον του Ιράν καταστεί αρκετά υψηλό — όχι μόνο για τους άμεσα εμπλεκόμενους αλλά και για την ευρύτερη περιοχή και την παγκόσμια οικονομία — τότε τρίτοι δρώντες ενδέχεται να πιέσουν την Ουάσιγκτον και την Ιερουσαλήμ να επανεξετάσουν την κλιμάκωση.
Το μήνυμα της Τεχεράνης είναι σαφές: ο πόλεμος εναντίον του Ιράν δεν περιορίζεται εντός των συνόρων του. Η κατάρρευση του καθεστώτος θα μπορούσε να παρασύρει επιτιθέμενους και αμυνόμενους («Ἀποθανέτω ἡ ψυχή μου μετὰ τῶν ἀλλοφύλων»). Ο στόχος είναι η αποτροπή μέσω της απειλής ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Μια διάσταση που σπανίως λαμβάνεται υπόψη στη δυτική ανάλυση είναι η ισχυρή σιιτική παράδοση του μαρτυρίου. Οι ρίζες της φτάνουν στη δολοφονία του Ιμάμη Αλή και στη θανάτωση του γιου του, Ιμάμη Χουσεΐν — στενών συγγενών του Προφήτη Μωάμεθ — γεγονότα που σφράγισαν τη συλλογική ιστορική συνείδηση του σιιτικού Ισλάμ. Η δολοφονία του Αγιατολάχ Χαμενεΐ θα εκλαμβανόταν συνεπώς στον σιιτικό κόσμο όχι απλώς ως πολιτική δολοφονία αλλά ως μαρτύριο, με βαθύ συμβολικό και κινητοποιητικό φορτίο ικανό να μετατρέψει μια πολιτική σύγκρουση σε ιερό αγώνα. Ήδη κηρύχθηκε παγκόσμιο τζιχάτ εναντίον της Αμερικής από τον 99χρονο Μέγα Αγιατόλα Σιραζί.
Το Στενό του Ορμούζ παραμένει το ισχυρότερο εργαλείο στη στρατηγική του Ιράν. Η διαταραχή της ναυσιπλοΐας σε αυτό το στενό πέρασμα ήδη επηρεάζει τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, τα ασφάλιστρα ναυτιλίας και τα χρηματοπιστωτικά συστήματα — μετατρέποντας μια περιφερειακή σύγκρουση σε παγκόσμιο οικονομικό σοκ.
Ισραήλ: αποδυνάμωση της απειλής
Για το Ισραήλ, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το βαλλιστικό του οπλοστάσιο και το δίκτυο ένοπλων πληρεξουσίων αποτελούν μια ενιαία στρατηγική απειλή. Η στρατιωτική δράση στοχεύει επομένως στη συστηματική καταστροφή αυτής της ικανότητας.
Η ισραηλινή στρατηγική σκέψη διαμορφώνεται εδώ και δεκαετίες από την αντίληψη ότι οι υπαρξιακές απειλές πρέπει να αντιμετωπίζονται νωρίς, πριν εξελιχθούν σε μη αναστρέψιμους κινδύνους.
Το τι θα ακολουθήσει εάν επιτευχθούν οι στόχοι του Ισραήλ παραμένει αβέβαιο. Το ιδανικό σενάριο για το Ισραήλ θα ήταν ένα καθεστώς στην Τεχεράνη που θα εγκατέλειπε την εχθρότητα και τις πυρηνικές φιλοδοξίες. Ακόμη όμως και χωρίς αυτό, ένα σημαντικά εξασθενημένο Ιράν θα αποτελούσε στρατηγικό κέρδος.
Η ιστορία, ωστόσο, υπενθυμίζει ότι η κατάρρευση ή ο κατακερματισμός ενός μεγάλου κράτους σπάνια παράγει άμεσα σταθερότητα. Οι βόμβες μπορούν να καταστρέψουν εγκαταστάσεις. Δεν μπορούν όμως να καθορίσουν την πολιτική πορεία μιας χώρας ενενήντα τριών εκατομμυρίων ανθρώπων. Ούτε πρέπει να υποτιμάται η ιστορική μνήμη ενός πολιτισμού που εξακολουθεί να βλέπει τον εαυτό του ως κληρονόμο των περσικών αυτοκρατοριών — ενός πολιτισμού που άντεξε κατακτήσεις και αναταράξεις και επανεμφανίστηκε ξανά και ξανά, πολύ μετά την αποχώρηση των στρατών του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Ηνωμένες Πολιτείες: αποτροπή υπό περιορισμούς
Η θέση της Ουάσιγκτον είναι πιο σύνθετη. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν ταυτόχρονα να προστατεύσουν το Ισραήλ, να αποτρέψουν την πυρηνική εξάπλωση, να διασφαλίσουν τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές και να αποφύγουν έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο. Όλες οι μοναρχίες του Κόλπου είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ και φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον διαχειρίζεται ήδη πολλαπλά μέτωπα στρατηγικού ανταγωνισμού — στην Ευρώπη, στον Ινδο-Ειρηνικό και ολοένα περισσότερο στους τομείς του κυβερνοχώρου και της προηγμένης τεχνολογίας. Ένας παρατεταμένος πόλεμος στη Μέση Ανατολή εγκυμονεί τον κίνδυνο στρατηγικής υπερέκτασης — το κλασικό δίλημμα των μεγάλων δυνάμεων όταν εμπλέκονται σε πολλά και μακρινά μέτωπα ταυτόχρονα.
Η εσωτερική πολιτική επηρεάζει επίσης τις αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής. Με τις ενδιάμεσες βουλευτικές εκλογές να πλησιάζουν τον Νοέμβριο, ο Λευκός Οίκος καλείται να σταθμίσει τις στρατιωτικές επιλογές σε σχέση με τη σταθερότητα της οικονομίας, τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις προσδοκίες της πολιτικής του βάσης.
Γι’ αυτό και τίθεται ένα ευρύτερο ερώτημα: εισήλθαν οι ΗΠΑ στη σύγκρουση κυρίως για να υπερασπιστούν τα δικά τους συμφέροντα ασφάλειας ή παρασύρθηκαν σε μια αντιπαράθεση της οποίας η άμεση αφορμή βρισκόταν αλλού; Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η αποτροπή ενός πυρηνικού Ιράν και η διατήρηση της περιφερειακής σταθερότητας αποτελούν ζωτικά συμφέροντα. Οι επικριτές, ωστόσο, διερωτώνται ποια ακριβώς άμεση απειλή δικαιολογούσε τη χρονική στιγμή της στρατιωτικής δράσης.
Πέρα από αυτούς τους υπολογισμούς, διαμορφώνεται εδώ και αρκετά χρόνια μια ευρύτερη γεωπολιτική μεταβολή: η σταδιακή αναδιάταξη της αρχιτεκτονικής ασφάλειας στη Μέση Ανατολή, στην οποία εμπλέκονται το Ισραήλ, τα κράτη του Κόλπου, το Ιράν και οι εξωτερικές δυνάμεις που επηρεάζουν την ισορροπία ισχύος της περιοχής.
Ρωσία και Κίνα
Ό,τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή δεν μένει στη Μέση Ανατολή. Η Ρωσία ενδέχεται να ωφεληθεί από υψηλότερες τιμές ενέργειας και από την απόσπαση της δυτικής προσοχής. Το ρωσικό πετρέλαιο εξακολουθεί να κατευθύνεται προς ασιατικές αγορές.
Η εξίσωση, όμως, έχει δύο όψεις. Η Μόσχα παραμένει βαθιά απορροφημένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αν δεν ήταν τόσο εμπλεκόμενη εκεί, η ικανότητά της να επηρεάζει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή πιθανότατα θα ήταν μεγαλύτερη.
Η Κίνα παρακολουθεί την κρίση με προσοχή. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια του Κόλπου, αλλά ταυτόχρονα παρατηρεί πώς κατανέμονται η προσοχή και οι πόροι των ΗΠΑ σε πολλαπλές κρίσεις.
Για τους Κινέζους στρατηγικούς αναλυτές, ο πόλεμος αποτελεί ένα ζωντανό μάθημα για τα όρια της αποτροπής και τις πολιτικές συνέπειες της στρατιωτικής επέμβασης. Ορισμένοι στο Πεκίνο ίσως καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι, αν οι μεγάλες δυνάμεις ερμηνεύουν όλο και περισσότερο τους διεθνείς κανόνες σύμφωνα με τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα, παρόμοια επιχειρήματα θα μπορούσαν κάποτε να προβληθούν και αλλού — ακόμη και στο Στενό της Ταϊβάν.
Τουρκία: υπολογισμένη αμφισημία
Η Τουρκία έχει υιοθετήσει μια στάση στρατηγικής υπομονής, διατηρώντας ευελιξία ώστε να επανατοποθετηθεί ανάλογα με την εξέλιξη της σύγκρουσης.
Η Άγκυρα αποφεύγει την άμεση ευθυγράμμιση με την δύση. Καταδικάζει τόσο τα πλήγματα όσο και τη δολοφονία της ιρανικής ηγεσίας παρουσιάζοντας μια μορφή υπολογισμένης και επιτηδευμένης ουδετερότητας.
Ταυτόχρονα παρακολουθεί στενά τις πιθανές εξελίξεις της επόμενης φάσης — ιδιαίτερα ενδεχόμενες προσφυγικές ροές ή προσπάθειες κινητοποίησης κουρδικών ομάδων στο βόρειο Ιράκ ή/και μεταξύ των Κούρδων του Ιράν ως χερσαίο στοιχείο μελλοντικών επιχειρήσεων. Στο ζήτημα αυτό υπάρχουν ήδη σημαντικές εξελίξεις με την προφανή απόφαση του Τραμπ να εξοπλίσει τους Κούρδους κατά του καθεστώτος στο Ιράν .
Εάν η σύγκρουση αποδυναμώσει το Ιράν ή δημιουργήσει ένα νέο περιφερειακό κενό ισχύος και υπάρχει κουρδική εμπλοκή, η Άγκυρα θα επιδιώξει να επεκτείνει την επιρροή της και να διασφαλίσει ότι δεν θα αποκλειστεί από τη διαμόρφωση της τάξης πραγμάτων που θα προκύψει την επόμενη ημέρα.
Κύπρος: μια πραγματικότητα πρώτης γραμμής
Για την Κύπρο, η κρίση είναι πραγματική. Φιλοξενεί δύο Βρετανικές Κυρίαρχες Βάσεις που αποτελούν μέρος της δυτικής στρατηγικής αρχιτεκτονικής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Οι εγκαταστάσεις αυτές αποτελούν στοιχείο της περιφερειακής εξίσωσης ασφάλειας. Οι πυραυλικές απειλές κατά της βάσης στο Ακρωτήρι υπογραμμίζουν πόσο γρήγορα ο πόλεμος με το Ιράν επεκτάθηκε πέρα από το αρχικό του θέατρο.
Η ανάπτυξη πρόσθετων αμυντικών μέσων από την Ελλάδα, τη Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία και το ΗΒ για την προστασία της Κύπρου αντικατοπτρίζει ευρύτερες προσπάθειες ενίσχυσης της περιφερειακής ασφάλειας. Παράλληλα όμως η παρουσία κυπριακών κοινοτήτων εντός των βάσεων υπενθυμίζει μια σκληρή πραγματικότητα: στους σύγχρονους πολέμους η γραμμή μεταξύ στρατιωτικού και πολιτικού χώρου μπορεί να θολώσει γρήγορα.
Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν συμμετέχει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Διαδραματίζει όμως έναν άλλο ρόλο, συχνά παραγνωρισμένο αλλά στρατηγικά σημαντικό — αυτόν της ανθρωπιστικής γέφυρας. Η γεωγραφική της εγγύτητα στην περιοχή, σε συνδυασμό με τη σταθερότητα, τις υποδομές και την ιδιότητά της ως κράτους-μέλους της ΕΕ, της επιτρέπουν να λειτουργεί ως κόμβος εκκενώσεων, ανθρωπιστικής βοήθειας και συντονισμού έκτακτων επιχειρήσεων όταν ξεσπούν κρίσεις στη Μέση Ανατολή — έναν ρόλο που έχει επιτελέσει επιτυχώς αρκετές φορές στο παρελθόν.
Η στρατιωτική δράση απαντά στο ερώτημα της ισχύος. Δεν απαντά όμως στο ερώτημα του τι ακολουθεί.Εάν η σύγκρουση κλιμακωθεί περαιτέρω, η περιοχή μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με παρατεταμένη αστάθεια, ενεργειακά σοκ και εντεινόμενο γεωπολιτικό ανταγωνισμό. Αν σταθεροποιηθεί, η διπλωματία θα κληθεί τελικά να αντιμετωπίσει τη διαμορφωμένη πολιτικοστρατηγική πραγματικότητα την οποία η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν μπορεί να επιλύσει. Οι πόλεμοι είναι συχνά ευκολότερο να αρχίσουν παρά να τελειώσουν. Η στρατηγική, τελικά, δεν βρίσκεται στην χρήση ένοπλης βίας αλλά στην πολιτική διευθέτηση που οφείλει να ακολουθήσει.Μέχρι να αρχίσει να διαμορφώνεται μια τέτοια διευθέτηση, ένα ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πώς θα είναι η επόμενη ημέρα;
*Πρέσβης (επί τιμή). Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.