Τις τελευταίες μέρες δίνεται η εντύπωση ότι η Κύπρος είναι στο επίκεντρο της ζώνης των συγκρούσεων, με τους πάντες να έχουν μετατραπεί σε πολεμικούς ανταποκριτές. Δεν ισχύει βεβαίως κάτι τέτοιο. Και σίγουρα, αντί της επικοινωνιακής υπερβολής, επιβάλλεται η νηφάλια αποτύπωση των δεδομένων και οι σοβαροί πολιτικοί χειρισμοί.
Σε αυτό το πλαίσιο, καταγράφεται πρώτα απ’ όλα το γεγονός ότι το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης αποτελεί τον βασικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα σε ολόκληρη την περιοχή. Είναι το καθεστώς που πριν μερικές βδομάδες σφάγιασε δεκάδες χιλιάδες πολίτες του δικού του κράτους, που τόλμησαν να βγουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν. Που δεν σέβεται ούτε στο ελάχιστο τα δικαιώματα των γυναικών. Που στήριζε τους τρομοκράτες της Χαμάς, της Χεζμπολάχ και των Χούθις, που μετέτρεψε τον Λίβανο σε failed state, που έχει επίσημα διακηρυγμένο στόχο την καταστροφή του Ισραήλ και που συστηματικά επιχειρούσε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και ένα τεράστιο βαλλιστικό οπλοστάσιο. Αυτό το καθεστώς και όσοι το στηρίζουν, επιχειρούν σήμερα να δώσουν μαθήματα διεθνούς δικαίου. Ουσιαστικά επικαλούνται το δίκαιο για να συνεχίσουν ανενόχλητοι να το παραβιάζουν.
Μέσα από την κρίση έχει επίσης επιβεβαιωθεί ότι η ειρήνη, η ασφάλεια και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των κρατών δεν διασφαλίζονται πάντοτε με διπλωματικά μέσα, κυρίως όταν απέναντι βρίσκονται κράτη όπως το Ιράν των μουλάδων, η Τουρκία του Ερντογάν, ή η Ρωσία του Πούτιν. Καθοριστικό ήταν και παραμένει το ισοζύγιο δυνάμεων. Εάν αυτό κλείνει υπέρ των αυταρχικών και αναθεωρητικών καθεστώτων, τότε ούτε το δίκαιο, ούτε η ασφάλεια, ούτε και η ειρήνη μπορεί να διασφαλιστεί. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό για τα μετριοπαθή και δημοκρατικά κράτη να μεριμνούν και να ενισχύουν όλους τους συντελεστές ισχύος τους και να διαθέτουν αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ – πολιτική και στρατιωτική – ακριβώς για να είναι σε θέση να διαφυλάξουν αυτά που είναι σημαντικά για τα ίδια και τους πολίτες τους. Η ευρωπαϊκή αφύπνιση που θα οδηγούσε σε μια Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας, είναι επιβεβλημένη.
Καταγράφεται επίσης το γεγονός ότι για τα μικρά κράτη, εξαιρετικής σημασίας είναι οι συμμαχίες και τα διεθνή ερείσματα, επειδή με αυτό τον τρόπο μπορεί να αμβλυνθούν οι συνέπειες ενός δυσμενούς ισοζυγίου δυνάμεων. Αυτό αναδείχθηκε στην περίπτωση της Κύπρου τις τελευταίες αυτές μέρες. Η χώρα μας, μετά την απρόκλητη επίθεση με drone κατά των Βρετανικών Βάσεων που βρίσκονται στο νησί, δεν έμεινε μόνη. Αριθμός ευρωπαϊκών κρατών έχουν αποστείλει δυνάμεις προς ενίσχυση της κυπριακής άμυνας, με κορυφαία ασφαλώς την άμεση αποστολή υπολογίσιμης δύναμης του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και της Πολεμικής Αεροπορίας.
Η ισχυρή παρουσία των ελληνικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο έχει εξαιρετική γεωπολιτική σημασία, ήταν αυτή που ώθησε και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις να ακολουθήσουν και αναδεικνύει τον ρόλο που Κύπρος και Ελλάδας μπορούν να διαδραματίσουν, ως σταθεροί πυλώνες της Δύσης και ως κράτη ασφάλειας σε μια ταραγμένη περιοχή.
Είναι υποχρέωση της κυβέρνησης, λέγοντας λίγα και πράττοντας πολλά, να συνεχίσει την προσπάθεια ενίσχυσης της άμυνας, της ασφάλειας και της πολιτικής προστασίας της χώρας μας. Οφείλει την ίδια ώρα να εμβαθύνει τις περιφερειακές συνεργασίες τόσο με τα μετριοπαθή αραβικά κράτη της περιοχής , όσο και με το Ισραήλ, στο πλαίσιο της στρατηγικής συνεργασίας «3+1», δηλαδή της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών. Η εκδήλωση ενδιαφέροντος για ένταξη της χώρας μας στο ΝΑΤΟ είναι το βήμα που πρέπει να ακολουθήσει.
Εξάλλου, ένα είναι βέβαιο. Η Τουρκία καραδοκεί για την ευκαιρία που θα της επιτρέψει να προωθήσει περαιτέρω τα σχέδια της για τον στρατηγικό έλεγχο και την επικυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή. Η ισχυρή οικονομία, η ισχυρή άμυνα, ο ξεκάθαρος δυτικός προσανατολισμός και ο απόλυτος συντονισμός Αθηνών-Λευκωσίας είναι τα μέσα που θα μας επιτρέψουν να συγκρατήσουμε τις τουρκικές πιέσεις και να διατηρήσουμε την ασφάλεια και την ειρήνη.
*Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών και Πρόεδρος του Ινστιτούτου Γλαύκος Κληρίδης.