«Το νομοσχέδιο που προωθεί το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας περιέχει κατάφορες παραβιάσεις της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD) και προωθεί εμμέσως την ιδρυματοποίησή τους».
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί Κοινωνικής Συμμετοχής, Συμπερίληψης και Ανεξάρτητης Διαβίωσης Ατόμων με Αναπηρίες Νόμος του 2026» παρουσιάζεται ως ένα θεσμικό πλαίσιο για την προώθηση της «ανεξάρτητης διαβίωσης» των ΑΜΕΑ. Στην ουσία, όμως, η έννοια αυτή φαίνεται ότι περιορίζεται σε μια απλή μετονομασία της υφιστάμενης «υποστηριζόμενης διαβίωσης». Αντί να δημιουργείται ένα ολοκληρωμένο σύστημα υπηρεσιών που θα επιτρέπει στα άτομα με αναπηρία να ζουν πραγματικά αυτόνομα μέσα στην κοινότητα — με προσωπική βοήθεια, εξατομικευμένες υπηρεσίες στήριξης και πραγματικές επιλογές διαβίωσης — το νομοσχέδιο φαίνεται να προωθεί ως βασική και σχεδόν μοναδική λύση τις κατοικίες «υποστηριζόμενης διαβίωσης», στις οποίες συγκατοικούν δύο έως πέντε άτομα.
Για πολλά άτομα με βαριές αναπηρίες, ή για τα λεγόμενα «μη λειτουργικά» άτομα, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται είναι ότι η μόνη επιλογή που έχουν είναι η διαμονή τους σε τέτοιες κατοικίες υποστηριζόμενης διαβίωσης.
Οι δομές αυτές, με βάση το μοντέλο που προωθείται, προβλέπεται να λειτουργούν κυρίως από ιδιωτικές εταιρείες/επιχειρήσεις, τους λεγόμενους παρόχους υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένας νέος τομέας ιδιωτικών επιχειρήσεων για παροχή υπηρεσιών σε ΑΜΕΑ, στον οποίο τομέα ιδιωτικά συμφέροντα θα αποκομίζουν σημαντικά οικονομικά οφέλη σε βάρος των ατόμων με αναπηρία.
Αντί δηλαδή η αρμόδια αρχή να προωθεί την πραγματική ανεξάρτητη διαβίωση μέσα στην κοινότητα, ουσιαστικά θα παραπέμπει άτομα σε «Κατοικίες Υποστηριζόμενης Διαβίωσης», δηλαδή σε μικρές δομές που λειτουργούν ως υποκατάστατα ιδρυμάτων. Η παραπομπή των μη λειτουργικών ατόμων σε τέτοιου είδους καθεστώς υποστηριζόμενης διαβίωσης ισοδυναμεί στην πράξη με μια νέα μορφή ιδρυματοποίησης.
Την ίδια στιγμή, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα μπορεί να παρέχεται «ατομικό πρόγραμμα υποστήριξης», και αυτό μόνο εφόσον προηγουμένως αποδειχθεί ότι το άτομο με αναπηρία δεν μπορεί να συγκατοικήσει με άλλα άτομα σε κατοικία υποστηριζόμενης διαβίωσης. Με απλά λόγια, η συγκατοίκηση σε ομαδικές κατοικίες φαίνεται να αποτελεί την προεπιλεγμένη λύση, ενώ η εξατομικευμένη υποστήριξη αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση που πρέπει να δικαιολογηθεί.
Η προσέγγιση αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της αυτονομίας των ατόμων με αναπηρία. Για ποιο λόγο ένα άτομο θα πρέπει να αποδείξει ότι «δεν μπορεί να συγκατοικήσει» (και γιατί να υποχρεώνεται να συγκατοικήσει) προκειμένου να του παρέχεται εξατομικευμένη υποστήριξη; Και ποια αντικειμενικά κριτήρια θα καθορίζουν ποιοι τελικά θα θεωρηθούν ότι πληρούν αυτή την προϋπόθεση;
Η πρόνοια αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να καταλήξουμε σε ένα σύστημα όπου μόνο λίγοι “επιλεγμένοι” θα έχουν πρόσβαση σε πραγματικά εξατομικευμένες υπηρεσίες, ενώ η πλειοψηφία θα οδηγείται υποχρεωτικά σε καθεστώς συγκατοίκησης και ιδρυματοποίησης.
Μια τέτοια διαφοροποίηση, χωρίς σαφή και αντικειμενικά κριτήρια, εγείρει σοβαρά ζητήματα παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όπως αυτή κατοχυρώνεται τόσο από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD) όσο και από το Άρθρο 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο διασφαλίζει την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου και απαγορεύει τις αδικαιολόγητες διακρίσεις.
Το παράδοξο είναι ότι το κόστος αυτών των δομών, οι οποίες ήδη λειτουργούν στην Κύπρο, είναι ιδιαίτερα υψηλό για το κράτος. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης, το κόστος για κάθε άτομο που διαμένει σε τέτοιες κατοικίες ανέρχεται περίπου στα 4.000 ευρώ μηνιαίως. Αν το ίδιο άτομο με σοβαρή αναπηρία δεν ενταχθεί στην υποστηριζόμενη διαβίωση, σύμφωνα με το προτεινόμενο νομοσχέδιο θα παίρνει επίδομα ύψους 768 ευρώ το μήνα.
Με σημαντικά χαμηλότερο κόστος θα μπορούσαν να αναπτυχθούν υπηρεσίες που να επιτρέπουν στα άτομα με αναπηρία να ζουν πραγματικά ανεξάρτητα μέσα στην κοινότητα, στον χώρο που θα επιλέγουν οι ίδιοι, με εξατομικευμένη υποστήριξη και με ουσιαστική αυτονομία, χωρίς να εξαρτώνται από ιδιωτικούς παρόχους που λειτουργούν με κύριο κριτήριο το κέρδος.
Τόσο η διεθνής πρακτική, όσο και η ερμηνεία της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD) είναι σαφείς: «Ομαδικές κατοικίες στις οποίες άτομα με αναπηρία ζουν μαζί υπό τη διαχείριση μιας υπηρεσίας δεν συνιστούν ανεξάρτητη διαβίωση».
Η ανεξάρτητη διαβίωση δεν μπορεί να περιορίζεται σε μικρότερες μορφές ιδρυματοποίησης. Η Σύμβαση κατοχυρώνει το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία να ζουν μέσα στην κοινότητα με ίσες επιλογές όπως όλοι οι άλλοι πολίτες.
Η νέα υπηρεσία «Συμβούλου Υποστήριξης Λήψης Αποφάσεων»
Το νομοσχέδιο εισάγει παράλληλα το θεσμό του Συμβούλου Υποστήριξης Λήψης Αποφάσεων. Ωστόσο, η Σύμβαση του ΟΗΕ είναι απολύτως σαφής:
Το άτομο με αναπηρία έχει το δικαίωμα να επιλέγει το ίδιο το πρόσωπο που θα το υποστηρίζει στη λήψη αποφάσεων. Ο Σύμβουλος δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ένας διορισμένος λειτουργός, ή ένας επαγγελματίας, που επιλέγεται μέσα από μια διοικητική διαδικασία, ή από κάποια λίστα. Πρέπει να είναι ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης το οποίο το ίδιο το άτομο θα επιλέγει ελεύθερα. Μπορεί να είναι φίλος, συγγενής, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο της επιλογής του. Η υποχρέωση επιλογής Συμβούλου από προκαθορισμένη λίστα συμβούλων ακυρώνει στην πράξη αυτή τη θεμελιώδη αρχή της αυτονομίας και μετατρέπει ένα δικαίωμα σε μια καθαρά γραφειοκρατική διαδικασία.
Πλήρης ελευθερία επιλογής συμβούλου
Κάθε άτομο με αναπηρία πρέπει να έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα τον ή τη σύμβουλό του, συμπεριλαμβανομένων:
• μελών της οικογένειας
• φίλων
• άλλων προσώπων της εμπιστοσύνης του.
Τα πρόσωπα αυτά μπορούν να παρέχουν υποστήριξη εθελοντικά, χωρίς οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση για το κράτος.
Η δημιουργία κλειστής λίστας συμβούλων περιορίζει ουσιαστικά το δικαίωμα αυτό και εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD).
Αναγκαίες πρόνοιες που πρέπει να περιλαμβάνει το νομοσχέδιο
Μια πραγματική μεταρρύθμιση στον τομέα των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία δεν μπορεί να περιορίζεται σε αλλαγές ονομασίας. Απαιτεί ουσιαστικές πολιτικές επιλογές που να σέβονται πλήρως το Άρθρο 19 της CRPD.
Το νομοσχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει:
• Θεσμοθέτηση πραγματικών υπηρεσιών ανεξάρτητης διαβίωσης, όπως προσωπική βοήθεια και εξατομικευμένη υποστήριξη μέσα στην κοινότητα.
• Καθιέρωση επιδόματος για την πραγματική ανεξάρτητη διαβίωση των ατόμων με αναπηρία, για τα άτομα που δεν μπορούν να εργαστούν, ανεξάρτητα από περιουσιακά κριτήρια ή από την ένταξή τους στο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα.
• Ρητή απαγόρευση μετακίνησης ατόμων με αναπηρία χωρίς τη ρητή συγκατάθεσή τους ή της οικογένειάς τους.
Έντονη ανησυχία των οικογενειών
Οι γονείς παιδιών με αναπηρίες βιώνουν σήμερα βαθιά ανησυχία και μεγάλη αναστάτωση. Αντί το νομοθέτημα να ενισχύει την ανεξαρτησία, την αυτοδιάθεση και τα δικαιώματα των παιδιών τους — όπως επιβάλλει η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες — δημιουργείται η εντύπωση ότι οδηγεί προς την αντίθετη κατεύθυνση: στην παράδοση της φροντίδας και της διαβίωσης των ατόμων με αναπηρία σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, τους λεγόμενους παρόχους, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις ελέγχου και χωρίς ουσιαστική δυνατότητα επιλογής από τα ίδια τα άτομα ή τις οικογένειές τους.
Η πραγματική ανεξάρτητη διαβίωση προϋποθέτει σεβασμό στην αυτονομία, στις επιλογές και στην αξιοπρέπεια των ίδιων των ατόμων με αναπηρία.