Ο λεγόμενος «Τρίτος Πόλεμος του Κόλπου» ολοκληρώθηκε προσωρινά με ένα μνημόνιο συνεννόησης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν. Παρότι οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν ως προς την ακριβή ερμηνεία όσων συμφωνήθηκαν, αποδέχθηκαν μια μεταβατική διευθέτηση η οποία προβλέπει περίοδο εξήντα ημερών χωρίς στρατιωτικές συγκρούσεις, ώστε να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις για κρίσιμα ζητήματα, κυρίως για το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Αντιθέτως, οι βαλλιστικές δυνατότητες του Ιράν και η ευρύτερη περιφερειακή του πολιτική δεν περιλαμβάνονται, στην ατζέντα των συνομιλιών.
Η πολεμική αναμέτρηση ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου – μια στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, έχοντας ως διακηρυγμένο στόχο την ανατροπή του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, παρά τη σύγκρουση, το ιρανικό κράτος παρέμεινε όρθιο και η ηγεσία του δεν ανατράπηκε. Η συμφωνία που επετεύχθη δεν επιλύει βεβαίως τα βαθύτερα προβλήματα που προϋπήρχαν, αλλά επικεντρώνεται κυρίως στη διαχείριση των συνεπειών του πολέμου, όπως ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ και ο ναυτικός αποκλεισμός του Ιράν.
Ο μεγάλος προσωρινός χαμένος της σύγκρουσης φαίνεται να είναι το Ισραήλ. Βεβαίως, η οριστική αποτίμηση των συνεπειών θα εξαρτηθεί από την κατάσταση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, τη στρατιωτική φθορά που υπέστη το Ιράν και τη μελλοντική ισορροπία δυνάμεων στον Λίβανο και τη Συρία.
Η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου συμμετείχε από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες στην έναρξη ενός πολέμου που επιδίωκε εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά σήμερα παρακολουθεί τις διαδικασίες τερματισμού του χωρίς να έχει καθοριστικό ρόλο σε αυτές. Οι διαπραγματεύσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, και τις ισραηλινές ενέργειες στον Λίβανο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται, και το ισραηλινό πλήγμα που πραγματοποιήθηκε στη νότια Βηρυτό την Κυριακή. Το πλήγμα αυτό παρουσιάζεται ως προσπάθεια παρεμπόδισης της επίτευξης συμφωνία και παρά το αποτέλεσμα, η αμερικανική κυβέρνηση προσέφερε στο Ιράν επιπλέον ανταλλάγματα, με σκοπό να αποτραπεί μια ιρανική απάντηση.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες διατυπώνονται αμοιβαίες κατηγορίες μεταξύ των δύο συμμάχων. Από τη μία πλευρά, κύκλοι του Λευκού Οίκου θεωρούν ότι ο Νετανιάχου οδήγησε τον Τραμπ σε μια αποτυχημένη στρατηγική επιλογή. Από την άλλη, Ισραηλινοί αξιωματούχοι κατηγορούν τον Αμερικανό πρόεδρο ότι έθεσε πρόωρο τέλος σε μια στρατιωτική εκστρατεία η οποία, κατά την άποψή τους, μπορούσε να καταλήξει σε νίκη.
Οι εξελίξεις αυτές επιφέρουν σημαντικές μεταβολές στη γεωπολιτική ισορροπία της Μέσης Ανατολής. Οι αραβικές μοναρχίες απομακρυνονται από την προοπτική περαιτέρω εξομάλυνσης των σχέσεών τους με το Ισραήλ κατά το πρότυπο των Συμφωνιών του Αβραάμ. Παράλληλα, αντιμετωπίζουν πλέον με αυξανόμενη επιφύλαξη την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στα εδάφη τους, θεωρώντας την περισσότερο παράγοντα ανασφάλειας παρά εγγύηση σταθερότητας. Ως αποτέλεσμα, στρέφονται προς νέες περιφερειακές δομές ασφαλείας, στις οποίες αναμένεται να συμμετέχουν η Τουρκία και το Πακιστάν, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζουν την ανάγκη εξεύρεσης ενός λειτουργικού τρόπου συνύπαρξης με το Ιράν.
Οι διαφωνίες μεταξύ Τραμπ και Νετανιάχου φέρονται να εκδηλώνονται ακόμη και σε έντονες τηλεφωνικές επικοινωνίες, ενώ η μεταβολή των διαθέσεων της αμερικανικής κοινής γνώμης επηρεάζει αρνητικά την παραδοσιακά στενή σχέση των δύο χωρών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Ισραήλ επιχειρεί να διασφαλίσει ελευθερία στρατιωτικών κινήσεων στον Λίβανο και στη Γάζα, αποσυνδέοντας τα μέτωπα αυτά από τη γενικότερη αντιπαράθεση στον Περσικό Κόλπο. Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη επιχειρεί να ασκήσει πίεση στο Ισραήλ μέσω της Ουάσιγκτον, προειδοποιώντας ότι ενδέχεται να προκληθεί νέα ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν συγκρατήσουν την ισραηλινή κυβέρνηση.
Αν πρέπει να συγκρατήσουμε ένα βασικό συμπέρασμα από αυτή τη σύγκρουση, είναι ότι τα μέσα στρατιωτικού και οικονομικού καταναγκασμού των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν σαφή όρια. Σε ένα διεθνές σύστημα όπου δρουν αυτόνομα μεγάλες δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία, και όπου οι σύγχρονες μορφές πολέμου προσφέρουν σημαντικά ασύμμετρα πλεονεκτήματα σε θεωρητικά ασθενέστερους αντιπάλους, η αμερικανική ισχύς δεν είναι απεριόριστη. Η έκβαση της σύγκρουσης ανέδειξε τη σημασία όχι μόνο των υλικών αλλά και των πολιτικών και πολιτισμικών παραγόντων ισχύος. Ιδιαίτερα καθοριστική αποδείχθηκε η πολιτισμική αυτοπεποίθηση της ιρανικής κοινωνίας, η οποία συνέβαλε στην οργάνωση, τη συνοχή και τη διατήρηση της αντίστασης.
Η ιρανική αντοχή εξηγείται επίσης από το μέγεθος της χώρας, τη γεωγραφική της θέση, το ανθρώπινο δυναμικό της, τη λειτουργία των κρατικών θεσμών και, φυσικά, τη στρατιωτική της οργάνωση.
Η σύγκρουση αυτή ανέδειξε και τα όρια της αμερικανικής ισχύος και την ίδια ώρα κατέδειξε ότι στον 21ο αιώνα η στρατιωτική υπεροχή από μόνη της δεν αρκεί για να διαμορφώσει το πολιτικό αποτέλεσμα ενός πολέμου.