Η Λίτσα έγινε μπουρλότο. Είναι δυνατόν να ετοιμάζει το φαΐ, να το βάζει στο τάπερ και έπειτα να πρέπει να ικετεύσει τον Φιτ να της κάνει την τιμή να περάσει απ’ το Ζάλογγο να το πάρει;
«Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, εγώ έμεινα ξύπνια μέχρι τη μία το πρωί για να φτιάξω τον μουσακά… Ναι, στον φούρνο τα έψησα τα λαχανικά, εννοείται». Ψέματα, τα έχει τηγανίσει όλα· και τα κολοκυθάκια και την πατάτα και τη μελιτζάνα.
Πού να του ξεφουρνίσει τέτοιο πράγμα που ο Φιτ φοβάται το τηγάνι όπως ο διάολος το λιβάνι. «Έχω κι άλλες δουλειές», του το έκλεισε, ούτε γεια, ούτε τίποτα. Ο Λαυρεντιάδης θέλοντας και μη άκουσε τη συζήτηση εφόσον καθόταν δίπλα της. «Έχουν βάσανα τα παιδιά, δεσποινίς Λίτσα…». «Εμ, δεν έχουν, χρυσέ μου, λίγες οι χαρές, πολλές οι πίκρες, πίστεψέ με».
Κατάλαβε αμέσως ότι εκφραζόταν με την ασφάλεια της δικής της κατάστασης σ’ έναν άνθρωπο, που για τους όποιους λόγους, δεν αξιώθηκε να γίνει γονιός παρότι το θέλησε. Σταμάτησε την επιφανειακή κλάψα και του μίλησε με συμπόνια.
«Λουκά, με παιδεύουν τα παιδιά μου, δεν μπορώ όμως να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτά, ψέματα δεν μπορώ να πω. Εσύ δεν έγινες πατέρας, σε πονάει αυτό το ξέρω, ανέπτυξες όμως άλλες περιοχές του βίου, όπως η θεολογία κι η εθνικοφροσύνη. Είσαι αξιέπαινος». «Σκατά αξιέπαινος, μπαρντόν για τη λέξη» απάντησε μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο που ήταν το προπέτασμα μιας αρχαίας λύπης.
Ήταν η πρώτη φορά εδώ και τόσα χρόνια που τον άκουγε να εκστομίζει μια απρεπή λέξη που είχε ωστόσο την ιερότητα μιας εκ βαθέων παραδοχής. Η Λίτσα που δεν έχει το χάρισμα της εκδηλωτικότητας, πήγε απλώς στην κουζίνα, πήρε ένα μπολάκι μαχαλεπί και του το έφερε σαν ένδειξη συμπαράστασης.
«Φάε να γλυκαθείς, πρόεδρε. Όλοι με τα ίδια σκατά παλεύουμε. Και δεν φταίει η λέξη, αλλά η ζωή που μας παιδεύει».
Προτού τελειώσει το μαχαλεπί ο Λαυρεντιάδης, εμφανίστηκε και το απολωλός πρόβατον, ο Φιτ. Είχε έρθει για να ζητήσει εμμέσως πλην σαφώς συγγνώμη απ’ τη μάνα του και να πάρει παρεμπιπτόντως και τον μουσακά.
Δεν είπε τη λέξη «συγγνώμη», έκανε ωστόσο διάφορα τσαλίμια «γιατί με αναγκάζεις να σου συμπεριφέρομαι έτσι;» και «δεν είμαι βρέφος να με νταντεύεις» και άλλα παρόμοια. Η Λίτσα έμεινε με την απορία «μήπως να σου ζητήσω συγγνώμη για τη συμπεριφορά σου απέναντί μου;». «Σε συγχωρώ» της είπε εκείνος φιλώντας την στο μάγουλο.
«Αυτά τα καραγκιοζλίκια κάνεις και με χειραγωγείς. Ίδιος ο άτιμος ο πατέρας σου».
Εφόσον τον είχε ενώπιόν της ήθελε να τον ξεβγάλει για το φλέγον θέμα, άρχισε προσεκτικά «πες μου για την πρεμιέρα σας, τι ακολούθησε;». Ο Φιτ ήταν απολύτως ευχαριστημένος, άκουσαν ενθαρρυντικά σχόλια, τους κάλεσαν και σ’ ένα φεστιβάλ χορού στη Λεμεσό, «πόσα θα πάρετε;» ρώτησε εκείνη, «τίποτα», ακλόνητη σταθερότητα ως προς αυτό.
«Και, δεν μου λες… αυτό το παιδί, ο Ευγένιος Ποντικός, πώς σου φάνηκε;». Δηλαδή; Πώς του φάνηκε ως προσωπικότητα, ως καλλιτέχνης του τσίρκου, ως πολιτικός ανήρ.
«Μια χαρά μου φάνηκε, πήγαμε για ποτό», «και… θα ξαναπάτε;». «Εξαρτάται. Αν στείλει». Τι να στείλει, Χριστέ μου. Τι γίνεται με την ανθρωπότητα; Αν του στείλει μήνυμα. «Και γιατί δεν στέλνεις εσύ, ρε κερατά;». «Διότι έχουμε ένα γόητρο».
«Τι γόητρο, θα με τρελάνεις; Είσαι άνεργος, κοντεύεις τα τριάντα και μένεις στο νοίκι που το πληρώνει ο άχρηστος ο πατέρας σου. Πες μου πού είναι το γόητρο να χαρώ κι εγώ η δόλια». Ο Φιτ σήκωσε το γάντι «μήπως το γόητρο βρίσκεται στο να έχεις βγάλει τη Νομική Αθηνών και να ψήνεις καφέδες και σάντουιτς στους εθνικόφρονες;». Η Λίτσα δέχτηκε αδιαμαρτύρητα το ράπισμα.
Ο Φιτ ήθελε κάτι να πει. Να μαλακώσει ίσως το σχόλιο. Δεν πρόλαβε όμως διότι μπήκε θριαμβευτικά στο Ζάλογγο η Γιώτα κρατώντας καλοκαιριάτικα το εικόνισμα της Ανάστασης. «Δεξιοί, ακροδεξιοί και λοιποί συγγενείς… Χριστός Ανέστη!
Ξεκουμπίστηκε η Νεπαλέζα!» Η κομμώτρια εξήγησε ότι η γκόμενα του μισοπάλαβου λαχειοπώλη Πέτρου, του πρώην της, δραπέτευσε στο Κατάρ μέσω Κατεχομένων. Πάνω στον πανηγυρισμό προέταξε ένα πενηντάευρο προς τον Λαυρεντιάδη «θέλω να κάνω μια εισφορά στο σωματείο για την ψυχή της μάνας μου».
Η Λίτσα εξεμάνη «σε μένα δώσε το πενηντάρι που βασανίζομαι μια ζωή, όχι σ’ αυτούς τους αναίσχυντους!» Άδικος κόπος. Ο πρόεδρος τσέπωσε το χαρτονόμισμα ατάραχος και έμπλεος ευγνωμοσύνης «αιωνία η μνήμη της μητρός σου, κυρία Γιώτα μας».
Ελεύθερα, 28.06.2026