Καλώς να ορίσει ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο. Η παρουσία του, όπως και κάθε σοβαρή διεθνής πρωτοβουλία, είναι ευπρόσδεκτη. Εκείνο όμως που οφείλει να μας απασχολεί δεν είναι η άφιξή του αυτή καθαυτή, αλλά το πολιτικό περιεχόμενο που τη συνοδεύει. Οι κοινωνίες δεν έχουν ανάγκη από συμβολισμούς αλλά από ουσία. Δεν έχουν ανάγκη από την εικόνα της κινητικότητας αλλά από πραγματική πρόοδο.

Το θεμελιώδες, λοιπόν, ερώτημα παραμένει. 

Τι ακριβώς έχει αλλάξει; 

Ποιο νέο δεδομένο διαμορφώθηκε; 

Ποια τουρκική θέση μετακινήθηκε; 

Ποια από τις δυσμενείς παραδοχές που εδώ και χρόνια τείνουν να κανονικοποιούνται κατόρθωσε η δική μας πλευρά να απεγκλωβίσει ή έστω να αμφισβητήσει;

Εάν δεν υπάρχουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, τότε εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι οδηγούμαστε σε μια ακόμη επανέναρξη της διαδικασίας χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία πολιτική και διπλωματική προεργασία.

 Ότι οικοδομούμε εικόνα προόδου χωρίς να έχει προηγηθεί η ίδια η πρόοδος. Εικόνα κινητικότητας χωρίς ουσιαστική μεταβολή των δεδομένων.

Η εξωτερική πολιτική, και ιδιαίτερα το Κυπριακό, δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους επικοινωνίας. 

Στα ζητήματα της εσωτερικής διακυβέρνησης μπορεί κανείς, μέχρι ενός σημείου, να κατανοήσει ότι μια κυβέρνηση ενδέχεται να υποκύψει στον πειρασμό της επικοινωνιακής διαχείρισης, να δημιουργήσει προσδοκίες ή να παρουσιάσει ως σημαντικό κάτι που ακόμη δεν έχει αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο.

 Είναι το γνώριμο φαινόμενο του κελύφους χωρίς σώμα, της εικόνας χωρίς την αντίστοιχη ουσία.

Στο Κυπριακό όμως, με όλο τον σεβασμό, αυτό δεν επιτρέπεται.

Το εθνικό μας ζήτημα δεν αντέχει επικοινωνιακές κατασκευές ούτε αισιοδοξία που δεν εδράζεται σε πραγματικά δεδομένα. Κάθε νέα πρωτοβουλία οφείλει να στηρίζεται σε απτά πολιτικά και διπλωματικά κέρδη και όχι μόνο στην επιθυμία να διατηρείται η αίσθηση ότι «κάτι κινείται».

Δεν πρέπει επίσης να λησμονούμε ότι η σημερινή διακυβέρνηση εξελέγη με τη στήριξη των λεγόμενων κεντρώων  πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες διαχρονικά τοποθετούσαν το Κυπριακό στην κορυφή της πολιτικής τους ιεράρχησης. Οι ίδιες δυνάμεις υποστήριζαν ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν μπορεί να προσέρχεται σε διαπραγματεύσεις αποδεχόμενη ως αδιαμφισβήτητη αφετηρία όλα όσα σταδιακά είχαν καταστεί δυσμενή διαπραγματευτικά δεδομένα.

Γι’ αυτό και προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό η σημερινή σιωπή….

 Δεν αναφέρομαι σε ένα συγκεκριμένο κόμμα ούτε σε ένα πρόσωπο. Αναφέρομαι συνολικά στον χώρο που ιστορικά διεκδικούσε την πολιτική ευθύνη του Κέντρου . 

Μικρότερα ή μεγαλύτερα κόμματα, ισχυρότερα ή ασθενέστερα, είτε βρίσκονται σε περίοδο ανόδου είτε σε περίοδο φθοράς, κουβαλούν μια  παρακαταθήκη. Και αυτή η παρακαταθήκη επιβάλλει λόγο, προβληματισμό και δημόσια παρέμβαση.

Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί η σιωπή μιας σειράς αρθρογράφων, δημοσιογραφικών φωνών και πολιτικών προσώπων που γνωρίζουν το Κυπριακό, το παρακολουθούν διαχρονικά και ασφαλώς αντιλαμβάνονται το βάρος των εξελίξεων. 

Αντί να τίθενται τα αυτονόητα πολιτικά ερωτήματα, παρακολουθούμε σε αρκετές περιπτώσεις την ανάδειξη των πρωτοβουλιών ως σημαντικών εξελίξεων, πριν ακόμη αποδειχθεί ότι παράγουν οποιοδήποτε ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Είναι πραγματικά δύσκολο να καταλάβει κανείς τι ακριβώς συμβαίνει. Είτε υπάρχει μια ουσιαστική εξέλιξη που δεν γνωρίζει η κοινή γνώμη και η οποία δικαιολογεί αυτή την αισιοδοξία, είτε όσα μέχρι σήμερα βρίσκονται στη δημόσια σφαίρα δεν επαρκούν για να εξηγήσουν γιατί δημιουργείται η εντύπωση ότι κάτι ουσιωδώς έχει αλλάξει.

Και κάτι ακόμη.

Δεν γίνεται, την ώρα που ενδεχομένως διαμορφώνονται εξελίξεις γύρω από το κορυφαίο εθνικό μας ζήτημα, η δημόσια συζήτηση σε τμήματα του λεγόμενου κεντρώου χώρου να περιστρέφεται πρωτίστως γύρω από τις σχέσεις με την κυβέρνηση ή τους πολιτικούς σχεδιασμούς με ορίζοντα το 2028. Οι εκλογικές ισορροπίες έχουν ασφαλώς τη σημασία τους. Δεν μπορούν όμως να προηγούνται του Κυπριακού. Όταν πρόκειται για την εθνική μας υπόθεση, οι πολιτικές στοχεύσεις οφείλουν να υποχωρούν μπροστά στην ευθύνη.

Η παρουσία του Γενικού Γραμματέα είναι θετική. Η επανέναρξη του διαλόγου, εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις, επίσης είναι θετική. Εκείνο όμως που δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητα θετικό είναι η επιστροφή στο ίδιο σημείο, με τις ίδιες αφετηρίες και τις ίδιες επιβαρυντικές παραδοχές, χωρίς να έχει προηγηθεί ούτε ένας ουσιαστικός απεγκλωβισμός.

Γιατί, κ. Πρόεδρε, στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό ερώτημα παραμένει ένα. 

Αλήθεια,  τι ακριβώς πανηγυρίζουμε;