Πρέπει να μάθουμε.

Είμαστε υποχρεωμένοι
να μάθουμε.

Ποιοι μας χώρισαν.
Ποιοι μας πούλησαν.
Ποιοι μας αγόρασαν.

Και με πόσα αργύρια.
Ποιοι ψευδομαρτύρησαν.

Πρέπει να μάθουμε
— επιτέλους —

αυτό που γνωρίζουμε
και τόσο καλά
απωθήσαμε.

Είμαστε υποχρεωμένοι
να μάθουμε.

Ποιοι μας χώρισαν.
Ποιοι μας πούλησαν.
Ποιοι μας αγόρασαν.

Και με πόσα αργύρια.
Ποιοι ψευδομαρτύρησαν.

Τους παραπάνω στίχους τούς έγραψα πριν από λίγες ημέρες, χωρίς να έχω συνειδητοποιήσει την εγγύτητα της ζοφερής επετείου. Μόλις χθες αντιλήφθηκα, σχεδόν τυχαία, ότι πλησιάζει και πάλι η 15η Ιουλίου. Δεν γνωρίζω αν ήταν σύμπτωση ή υπόγεια λειτουργία της μνήμης. Γνωρίζω όμως ότι ένα και μόνο ερώτημα συνοδεύει τη σκέψη μου από εκείνη την ημέρα:

Γιατί;

Η ουσία αυτού του ερωτήματος συμπυκνώνεται σε μία μόνο λέξη:

ευθύνη.

Όχι ενοχή. Ευθύνη.

Η ευθύνη της αποτυχίας.

Σε κάθε αποτυχία, ο σκεπτόμενος άνθρωπος οφείλει πρώτα να αναζητήσει τις αιτίες της και, αφού τις κατανοήσει, να αναζητήσει τον τρόπο υπέρβασης των συνεπειών της. Αυτό, όμως, προϋποθέτει μία θεμελιώδη παραδοχή: ότι πράγματι αποτύχαμε.

Το επόμενο ερώτημα είναι ακόμη σημαντικότερο.

Σε τι αποτύχαμε;

Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι το καίριο ερώτημα που μας θέτει η κατοχή εδώ και μισό αιώνα. Μόνον αν απαντήσουμε σωστά μπορεί να υπάρξει ελπίδα.

Αποτύχαμε στην υπεράσπιση της Δημοκρατίας.

Κάθε δημοκρατία έχει δύο εχθρούς: έναν εσωτερικό και έναν εξωτερικό. Ο Θουκυδίδης, διά στόματος Περικλή, το διατυπώνει με τρόπο διαχρονικό:

«Φοβοῦμαι μᾶλλον τὰ οἰκεῖα ἁμαρτήματα ἢ τὰ τῶν πολεμίων βουλεύματα.»

Η Κυπριακή Δημοκρατία, από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα έως το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 στην Κύπρο, κλήθηκε να αντιμετωπίσει όχι δύο αλλά τρεις εχθρούς:

• τη φασιστική δικτατορία των συνταγματαρχών,
• την τρομοκρατική οργάνωση ΕΟΚΑ Β΄,
• και τη διαρκή απειλή της Τουρκίας.

Απέτυχε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά και τους τρεις. Αυτό αποτελεί ιστορικό γεγονός. Η Κύπρος εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή. Καμία ερμηνεία δεν μπορεί να αναιρέσει αυτή την πραγματικότητα.

Πιστεύω, ωστόσο, ότι από τους τρεις αυτούς κινδύνους υποτιμήσαμε κυρίως τον πρώτο: τον εσωτερικό.

Η ευθύνη της αποτυχίας είναι, κατά συνέπεια, πρωτίστως δική μας. Ελληνική. Εσωτερική.

Το τραύμα είναι συλλογικό. Όπως συλλογική είναι και η ευθύνη.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ιστορική έρευνα για να διαπιστώσει κανείς ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις της Κύπρου όχι μόνο υποτίμησαν τον φασιστικό κίνδυνο αλλά, σε σημαντικό βαθμό, τον ανέχθηκαν — για να μην πω ότι τον υπέθαλψαν.

Η άλωση των συνειδήσεων, τόσο στην Εθνική Φρουρά όσο και στην κοινωνία γενικότερα, δεν επιδέχεται σοβαρή αμφισβήτηση. Ούτε επιδέχεται αμφισβήτηση το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετώπισε τις επανειλημμένες συνωμοσίες εναντίον της με ανεπίτρεπτη επιείκεια.

Ακόμη και όταν η ΕΟΚΑ Β΄ είχε ουσιαστικά αποδυναμωθεί, όσοι είχαν την ευθύνη της υπεράσπισης της Δημοκρατίας εξακολουθούσαν να συνομιλούν και να ανταλλάσσουν επιστολές με τους δικτάτορες.

Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί οι μηχανισμοί ασφαλείας του κράτους —η Αστυνομία και το Εφεδρικό— δεν διατάχθηκαν έγκαιρα να συλλάβουν ή, έστω, να θέσουν υπό περιορισμό τους γνωστούς πρωτεργάτες της συνωμοσίας.

Το ακόμη τραγικότερο είναι ότι εκ των υστέρων αποδείχθηκε πως δεν υπήρχε ούτε στοιχειώδες επιχειρησιακό σχέδιο αντιμετώπισης του πραξικοπήματος· πολύ περισσότερο, εναλλακτικό σχέδιο δράσης. Ούτε η Αστυνομία ούτε το Εφεδρικό γνώριζαν τι όφειλαν να πράξουν, παρότι το ενδεχόμενο πραξικοπήματος ήταν τόσο προφανές ώστε να το αντιλαμβάνονται ακόμη και τα μικρά παιδιά.

Αυτό που προσπαθώ να υποστηρίξω είναι απλό.

Αν θέλουμε να φωτιστεί ο δρόμος προς την απελευθέρωση, πρέπει προηγουμένως να ειπωθούν εκείνα που, επί δεκαετίες, αποφεύγουμε να πούμε.

Οφείλουμε να κάνουμε παραδοχές αλήθειας. Μόνον πάνω στην αλήθεια μπορεί να οικοδομηθεί το μέλλον.

Το τραύμα είναι βαθύ. Και επειδή είναι συλλογικό, δεν θεραπεύεται ούτε με τη σιωπή ούτε με την αυτοενοχοποίηση.

Το πένθος μας παραμένει ανολοκλήρωτο. Όπως ανολοκλήρωτη παραμένει και η σχέση μας με τους νεκρούς μας, τους οποίους επί μισό αιώνα ξεθάβουμε και ξαναθάβουμε μέσα σε λόγους που συχνά υπηρετούν περισσότερο την αυτοδικαίωση παρά τη μνήμη.

Η υπέρβαση απαιτεί θάρρος.

Το θάρρος να κοιτάξουμε τον εαυτό μας χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες.

Οι μισοί σπεύσαμε να καλύψουμε τις ενοχές μας εξαργυρώνοντας κάλπικες επιταγές αντίστασης. Οι άλλοι μισοί καταφύγαμε στο εξίσου βολικό σχήμα ότι «για όλα φταίνε οι άλλοι» ή, αντιστρόφως, ότι «για όλα φταίμε εμείς».

Και οι δύο αυτές εκδοχές είναι εξίσου παραπλανητικές.

Η Τουρκία, η χούντα και ο φασισμός υπηρέτησαν τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό είναι αυτονόητο. Το δικό μας ερώτημα είναι διαφορετικό:

Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να υπερασπιστούμε τη Δημοκρατία;

Διότι η ευθύνη δεν αφορά πρωτίστως όσα πράξαμε. Αφορά εκείνα που δεν πράξαμε, ενώ μπορούσαμε να τα πράξουμε.

Εκεί βρίσκεται το πραγματικό μέτρο της ιστορικής ευθύνης.

Ας μη συγχέουμε, επίσης, τον εσωτερικό με τον εξωτερικό εχθρό. Οι Τουρκοκύπριοι ήταν και παραμένουν πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εξωτερικός εχθρός ήταν και παραμένει η Τουρκία. Εσωτερικοί εχθροί της Δημοκρατίας υπήρξαν η δικτατορία των συνταγματαρχών και η ΕΟΚΑ Β΄.

Ήρθε η ώρα να δούμε την ιστορία έξω από το πρίσμα των ιδεολογημάτων, των κομματικών σκοπιμοτήτων και των προκαταλήψεων.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν.

Μπορούμε, όμως, να αλλάξουμε τη σχέση μας μαζί του.

Αυτό αρχίζει από μία πράξη πολιτικής και ηθικής ωριμότητας: να αναλάβουμε την ευθύνη των παραλείψεών μας χωρίς να τη συγχέουμε με την ενοχή.

Πρέπει να μάθουμε.