Κάθε Ιούλιο η Κύπρος θυμάται. Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αν τιμούμε το παρελθόν, αλλά τι απομένει όταν σβήσουν οι σειρήνες, μαζευτούν τα στεφάνια και επιστρέψουμε στην καθημερινότητά μας.

\Κάθε Ιούλιο η Κύπρος σταματά. Οι σειρήνες ηχούν. Τελούνται μνημόσυνα.

Κατατίθενται στεφάνια. Εκφωνούνται λόγοι.

Για λίγες ώρες ο χρόνος μοιάζει να παγώνει. Οι εικόνες του 1974 επιστρέφουν, οι μνήμες ξυπνούν και όλοι επαναλαμβάνουμε τις ίδιες λέξεις.

«Δεν ξεχνώ.»

Και όμως, κάθε χρόνο γεννιέται μέσα μου το ίδιο ερώτημα.

Τι μένει όταν οι σειρήνες πάψουν να ηχούν;

Γιατί η μνήμη δεν διατηρείται μόνο με τελετές. Δεν διατηρείται μόνο με επετείους. Δεν διατηρείται μόνο με συνθήματα. Η μνήμη διατηρείται όταν γίνεται γνώση. Και η γνώση, όταν μετατρέπεται σε ευθύνη.

Τα τελευταία πέντε χρόνια επιλέγω να επισκέπτομαι κατεχόμενες εκκλησίες, μοναστήρια και ιστορικούς χώρους. Δεν το κάνω από περιέργεια. Ούτε γιατί θεωρώ φυσιολογική την κατοχή. Το κάνω γιατί πιστεύω ότι δεν μπορείς να υπερασπιστείς την ιστορία σου αν πρώτα δεν τη γνωρίσεις.

Περπάτησα σε χωριά που κάποτε έσφυζαν από ζωή. Μπήκα σε εκκλησίες όπου κάποτε ακούγονταν ψαλμωδίες και σήμερα επικρατεί σιωπή. Είδα μοναστήρια που εξακολουθούν να στέκουν όρθια, κουβαλώντας πάνω τους τα σημάδια του χρόνου, της εγκατάλειψης και της απουσίας. Είδα μνημεία που αποκαταστάθηκαν μέσα από σημαντικές προσπάθειες και άλλα που εξακολουθούν να περιμένουν τη δική τους ευκαιρία.

Κανένα, όμως, δεν ήταν απλώς ένα κτίριο. Ήταν μια ιστορία. Ήταν μια μνήμη. Ήταν μια ζωή που κάποτε υπήρξε.

Και τότε κατάλαβα κάτι που μέχρι τότε δεν είχα συνειδητοποιήσει.

Η μνήμη δεν πεθαίνει μόνο όταν φεύγουν οι άνθρωποι. Πεθαίνει και όταν σωπαίνουν τα μνημεία.

Δεν μπορώ να κρίνω τον πρόσφυγα που θέλει να σταθεί ξανά μπροστά στο σπίτι όπου γεννήθηκε. Δεν μπορώ να κρίνω τη γιαγιά που θέλει να ανάψει ένα κερί στην εκκλησία του χωριού της. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι κουβαλά μέσα του κάθε άνθρωπος ούτε ποιες είναι οι προσωπικές του διαδρομές.

Η μνήμη είναι βαθιά προσωπική υπόθεση.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι κάνει ο κάθε πολίτης. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι κάνουμε όλοι εμείς ως κοινωνία.

Ίσως η πιο δύσκολη αλήθεια είναι ότι έχουμε μάθει να ταυτίζουμε τη μνήμη με την επέτειο. Σαν να πιστεύουμε ότι εκπληρώσαμε το χρέος μας επειδή παρακολουθήσαμε ένα μνημόσυνο, καταθέσαμε ένα στεφάνι ή δημοσιεύσαμε μια ανάρτηση.

Όμως η ιστορία δεν ζητά να τη θυμόμαστε μία ημέρα τον χρόνο. Ζητά να τη γνωρίζουμε κάθε ημέρα του χρόνου. Και ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι ότι ξεχνάμε. Ίσως να είναι ότι πιστεύουμε πως θυμόμαστε. Γιατί η μνήμη χωρίς γνώση γίνεται εύκολα σύνθημα. Και τα συνθήματα, όσο δυνατά κι αν ακούγονται, δεν αρκούν για να μεταδώσουν την ιστορία στην επόμενη γενιά.

Πώς μαθαίνουν σήμερα οι νέοι την ιστορία του τόπου τους;

Όχι μόνο ως μια σειρά ημερομηνιών σε ένα σχολικό βιβλίο, αλλά ως βίωμα.

Η ιστορία δεν φοβάται την αλήθεια. Αντίθετα, τη χρειάζεται.

Η νέα γενιά έχει δικαίωμα να γνωρίζει τα γεγονότα, να μελετά τις πηγές, να κατανοεί το ιστορικό τους πλαίσιο και να αναπτύσσει κριτική σκέψη. Γιατί μόνο η γνώση μπορεί να θωρακίσει μια κοινωνία απέναντι στη λήθη, στην παραχάραξη και στην απλοποίηση της ιστορίας. Η ιστορική αυτοπεποίθηση ενός λαού δεν χτίζεται όταν φοβάται τις δύσκολες ερωτήσεις. Χτίζεται όταν έχει το θάρρος να τις αντιμετωπίζει με γνώση, τεκμηρίωση και σεβασμό στα γεγονότα.

Πόσοι γνωρίζουν τι απέγιναν εκατοντάδες εκκλησίες, κοιμητήρια και μνημεία στα κατεχόμενα; Πόσοι έχουν ακούσει τις αφηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν την εισβολή; Πόσοι γνωρίζουν τι σημαίνει να εγκαταλείπεις το σπίτι σου μέσα σε λίγες ώρες, χωρίς να ξέρεις αν θα επιστρέψεις ποτέ;

Η γενιά που έζησε το 1974 λιγοστεύει.

Μαζί της κινδυνεύουν να χαθούν ιστορίες που κανένα βιβλίο δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Για πενήντα και πλέον χρόνια εκείνοι κράτησαν ζωντανή τη μνήμη.

Τώρα η ευθύνη περνά στη δική μας γενιά. Και δεν είμαι βέβαιη ότι έχουμε προετοιμαστεί γι’ αυτό. Η μνήμη όμως δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά και το μέλλον.

Σήμερα η Κύπρος βρίσκεται ξανά μπροστά σε μια νέα προσπάθεια επανεκκίνησης της συζήτησης για το Κυπριακό.

Άλλοι αισιοδοξούν. Άλλοι αμφιβάλλουν.

Όποια κι αν είναι η εξέλιξη, υπάρχει μια συζήτηση που εξακολουθούμε να αποφεύγουμε.

Η επόμενη ημέρα δεν χτίζεται πάνω στη λήθη

Είμαστε πραγματικά προετοιμασμένοι για την επόμενη ημέρα;

Όχι μόνο πολιτικά. Κοινωνικά. Εκπαιδευτικά. Πολιτισμικά.

Για δεκαετίες συζητούμε αν θα υπάρξει λύση. Πολύ λιγότερο συζητούμε πώς θα είναι μια κοινωνία μετά από μια πιθανή λύση. Πώς θα μεταδώσουμε την ιστορία στις επόμενες γενιές χωρίς να καλλιεργούμε το μίσος αλλά ούτε και τη λήθη. Πώς θα προστατεύσουμε την ιστορική αλήθεια χωρίς να εγκλωβιστούμε στο παρελθόν. Πώς θα διαμορφώσουμε πολίτες που θα γνωρίζουν την ιστορία τους και θα μπορούν ταυτόχρονα να χτίσουν ένα καλύτερο αύριο. Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις διαπραγματεύσεις. Βρίσκεται και στην παιδεία. Απαιτεί μια ολοκληρωμένη πολιτική ιστορικής εκπαίδευσης. Απαιτεί την καταγραφή των προφορικών μαρτυριών πριν χαθούν μαζί με τους ανθρώπους που τις κουβαλούν. Απαιτεί εκπαιδευτικά προγράμματα που θα φέρνουν τους νέους σε επαφή με την ιστορία μέσα από τεκμήρια, επισκέψεις, έρευνα και βιωματικές εμπειρίες. Απαιτεί τη συστηματική προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, γιατί κάθε εκκλησία που καταρρέει, κάθε εικόνα που χάνεται και κάθε μνημείο που αλλοιώνεται αφαιρεί ένα ακόμη κομμάτι από τη συλλογική μας μνήμη. Και απαιτεί, πάνω απ’ όλα, ειλικρίνεια.

Γιατί η ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη λήθη. Μπορεί όμως να οικοδομηθεί πάνω στη γνώση. Όταν ήμουν μικρότερη, οι ιστορίες του 1974 έμοιαζαν να ανήκουν στους γονείς και στους παππούδες μας.

Σήμερα καταλαβαίνω ότι δεν ήταν ποτέ μόνο οι δικές τους ιστορίες.

Είναι η δική μας ιστορία. Η δική μας ταυτότητα. Η δική μας ευθύνη.

Κάποτε δεν θα υπάρχουν άνθρωποι να μας διηγούνται πώς ήταν η Κερύνεια πριν από την εισβολή. Δεν θα υπάρχουν άνθρωποι να μας δείχνουν ποιο ήταν το σπίτι τους. Ποια ήταν η αυλή τους. Ποια ήταν η εκκλησία όπου βαφτίστηκαν. Θα απομείνουν μόνο οι πέτρες. Τα μνημεία. Οι φωτογραφίες. Και όσα εμείς θα έχουμε επιλέξει να μεταδώσουμε στα παιδιά μας. Εκείνη τη μέρα δεν θα μπορούμε να ρωτήσουμε κανέναν πώς ήταν η πατρίδα πριν από το 1974. Η απάντηση θα εξαρτάται αποκλειστικά από το τι θα έχουμε διασώσει. Όχι μόνο στα βιβλία. Αλλά στη συνείδησή μας.

Γιατί ίσως τελικά το «Δεν Ξεχνώ» να μην είναι μια φράση που επαναλαμβάνεται κάθε Ιούλιο.

Ίσως να είναι μια καθημερινή επιλογή.

Να ψάχνεις. Να διαβάζεις. Να επισκέπτεσαι. Να ακούς τις μαρτυρίες πριν σιγήσουν. Να προστατεύεις όσα απέμειναν. Να διδάσκεις στα παιδιά όχι μόνο τι χάσαμε.

Αλλά και γιατί δεν έχουμε το δικαίωμα να χάσουμε τη μνήμη μας.

Γιατί όταν μια κοινωνία σταματά να διδάσκει την ιστορία της, δεν χάνει μόνο το παρελθόν της.

Χάνει και την αυτογνωσία της.

Και ένας λαός χωρίς ιστορική αυτογνωσία δυσκολεύεται να υπερασπιστεί το μέλλον του.

Ας φροντίσουμε, λοιπόν, όταν οι επόμενες γενιές ακούσουν κάποτε τις σειρήνες του Ιουλίου, να μη θυμούνται μόνο ότι εκείνη την ημέρα κάτι τραγικό συνέβη.

Να γνωρίζουν γιατί συνέβη. Να καταλαβαίνουν τι χάθηκε.

Και να αισθάνονται ότι έχουν ευθύνη να προστατεύσουν όσα απέμειναν.

Γιατί τότε μόνο η μνήμη θα έχει πραγματικά νικήσει τον χρόνο.