Το τελευταίο διάστημα, πολλοί -κυρίως οι «γνωστοί» ξένοι παράγοντες- εκτιμούν ότι έχει διαμορφωθεί μια ευνοϊκή συγκυρία για την επίλυση του Κυπριακού, η οποία δεν πρέπει να χαθεί. Ευτυχώς, αυτή τη φορά αποφεύγονται οι χαρακτηρισμοί περί «τελευταίας» ευκαιρίας, όπως είχε συμβεί επανειλημμένως στο παρελθόν.

Το ερώτημα, όμως, παραμένει: σε ποια πραγματικά δεδομένα στηρίζεται αυτή η αισιοδοξία; Υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που να δικαιολογούν την προσδοκία μιας επιτυχούς έκβασης των επικείμενων συνομιλιών ή πρόκειται περισσότερο για ευσεβείς πόθους και εκτιμήσεις αγνοώντας τις πραγματικότητες;

Δύο ζητήματα αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής.

Το πρώτο αφορά τη βιασύνη που παρατηρείται σήμερα, παρά το γεγονός ότι επί σειρά ετών δεν καταβλήθηκε σχεδόν καμία ουσιαστική προσπάθεια για την επανέναρξη σοβαρών και ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο αφορά τη βάση στην οποία στηρίζεται αυτή η αισιοδοξία, τη στιγμή που η τουρκική πλευρά εξακολουθεί να διακηρύσσει με απόλυτη σαφήνεια ότι δεν συζητά οποιαδήποτε άλλη λύση πέραν εκείνης των δύο κρατών.

Τα δεδομένα αυτά φαίνεται να παραβλέπονται από ορισμένους ξένους διαμεσολαβητές, οι οποίοι είτε υποτιμούν είτε επιλέγουν να αγνοούν τις πραγματικότητες του Κυπριακού. Παράλληλα, δεν φαίνεται να λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις διαχρονικές και ξεκάθαρες θέσεις του Κυπριακού Ελληνισμού σε ζητήματα που άπτονται της ασφάλειας, της ελευθερίας και του μέλλοντός του στη γη των προγόνων του.

Εκτός, βέβαια, αν θεωρούν ότι οι ανησυχίες αυτές μπορούν να καμφθούν με επικοινωνιακές εκστρατείες ή ακόμη και με οικονομικά ανταλλάγματα.

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί κατά καιρούς, σημαντικά χρηματικά ποσά διατέθηκαν στο παρελθόν από την USAID και τα Ηνωμένα Έθνη για τη χρηματοδότηση δράσεων υπέρ του Σχεδίου Ανάν. Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί δημόσιες καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες ορισμένα πρόσωπα έλαβαν οικονομική ενίσχυση στο πλαίσιο αυτών των εκστρατειών, με στόχο να πείσουν τους Έλληνες της Κύπρου να αποδεχθούν ένα σχέδιο λύσης το οποίο νομιμοποιούσε, σε σημαντικό βαθμό, τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής.

Το δημοψήφισμα του 2004 δεν οδήγησε στην απόρριψη του Σχεδίου Ανάν επειδή οι Έλληνες της Κύπρου δεν επιθυμούσαν λύση. Αντιθέτως, η απόρριψη αντανακλούσε την πεποίθηση ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν παρείχε τα απαραίτητα εχέγγυα για ένα ασφαλές, λειτουργικό και βιώσιμο μέλλον και δημιουργούσε σημαντικές αβεβαιότητες για το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Κυπριακού Ελληνισμού. Όποιος αγνοεί αυτή την πραγματικότητα κινδυνεύει να επαναλάβει τα ίδια τραγικά λάθη.

Η επίτευξη μιας λειτουργικής, δίκαιης και διαχρονικά βιώσιμης λύσης προϋποθέτει πρωτίστως την κατανόηση των πραγματικών ανησυχιών, των προσδοκιών και των ορίων της ελληνικής κυπριακής κοινότητας. Όσοι, είτε ως διεθνείς αξιωματούχοι είτε ως διαμεσολαβητές, επιθυμούν ειλικρινά να συμβάλουν στην επίλυση του Κυπριακού, οφείλουν να ξεκινήσουν από αυτή τη βασική παραδοχή.

Όσο η Άγκυρα εξακολουθεί να προβάλλει αξιώσεις για τη διατήρηση των εγγυήσεων, των επεμβατικών δικαιωμάτων και των τετελεσμένων της εισβολής, η προοπτική μιας δίκαιης, λειτουργικής και βιώσιμης διευθέτησης του Κυπριακού παραμένει εξαιρετικά απομακρυσμένη. Όταν το 82% του πληθυσμού καλείται να αποδεχθεί ρυθμίσεις που το εξισώνουν πολιτικά με το 18%, παραγνωρίζοντας τη δημογραφική πραγματικότητα και τις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, δεν μπορεί, επ’ ουδενί, να γίνεται λόγος για δίκαιη λύση. Τελεία.

Υστερόγραφο

Για «ιστορική» ευκαιρία έκανε λόγο η Ειδική Απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, κ. Μαρία Άνχελα Ολγκίν. «Ελπίζω», δήλωσε, «αυτή τη φορά οι Κύπριοι να αξιοποιήσουν την «ιστορική» ευκαιρία».

Η αναφορά αυτή φέρνει στον νου τη γνωστή ρήση «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας», η οποία αποδίδεται στον Βιργίλιο και χρησιμοποιείται διαχρονικά ως προειδοποίηση ότι ακόμη και οι φαινομενικά ευνοϊκές προτάσεις ή τα προσφερόμενα «δώρα» εχθρών και καλοθελητών ενδέχεται να υποκρύπτουν κινδύνους ή σκοπιμότητες. Με αυτή τη σκέψη, η όποια «ιστορική ευκαιρία» οφείλει να αξιολογείται με νηφαλιότητα, προσοχή και πλήρη επίγνωση των συνεπειών της.

Σημειώστε κι αυτό: Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η σημερινή Τουρκία βρίσκεται σε ένα γενικό αδιέξοδο και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να υπαγορεύει όρους… Οψόμεθα.

*Ακαδημαϊκός – Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας