Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠεντακόσιες πενήντα χιλιάδες άνθρωποι, σύμφωνα με τη γαλλική κυβέρνηση. Οκτακόσιες χιλιάδες, σύμφωνα με τους διοργανωτές.
Τόσοι βγήκαν στους δρόμους της Γαλλίας στις 17 Οκτωβρίου, σε μια κινητοποίηση που συνδύασε την κοινωνική διαμαρτυρία με εικόνες βίας και εκτεταμένων καταστροφών. Πίσω όμως από τους αριθμούς και τα επεισόδια βρίσκεται ένα ερώτημα που αφορά πολύ περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες: τι συμβαίνει όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι οι θεσμοί δεν τους ακούν;
Οι κινητοποιήσεις δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά. Όπως καταγράφει η γαλλική εφημερίδα Le Monde, είχαν προηγηθεί εβδομάδες μαθητικών διαμαρτυριών για τις συνθήκες εκπαίδευσης. Σταδιακά, οι διεκδικήσεις των μαθητών συναντήθηκαν με την αγανάκτηση άλλων κοινωνικών ομάδων για την ακρίβεια, τις δημόσιες υπηρεσίες και την καθημερινότητα. Μια κινητοποίηση που ξεκίνησε από τις σχολικές αίθουσες απέκτησε ευρύτερο κοινωνικό χαρακτήρα.
Η ίδια εφημερίδα περιγράφει μια χώρα όπου, την ίδια ημέρα, ειρηνικοί διαδηλωτές διεκδικούσαν αλλαγές, ενώ άλλες ομάδες προκαλούσαν συγκρούσεις, λεηλασίες και καταστροφές. Η διάκριση αυτή έχει σημασία. Δεν είναι όλοι όσοι διαμαρτύρονται υπεύθυνοι για τη βία. Και δεν χάνει ένα κοινωνικό αίτημα τη σημασία του επειδή κάποιοι επιλέγουν να καταστρέψουν.
Η ειρηνική διαμαρτυρία αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα. Η βία, αντίθετα, δεν μπορεί να δικαιολογείται στο όνομα κανενός αιτήματος. Το κράτος οφείλει να προστατεύει τους πολίτες, τις περιουσίες τους και την ελευθερία της συνάθροισης. Οφείλει, όμως, να διασφαλίζει ότι η επιβολή της τάξης συνοδεύεται από σεβασμό στα δικαιώματα και λογοδοσία για τυχόν υπερβάσεις.
Η πολιτική διάσταση της κρίσης έγινε ακόμη πιο εμφανής στις 19 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με το Reuters, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δεν αποδέχθηκε την προσφορά παραίτησης του υπουργού Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, ζητώντας να αποκατασταθεί η τάξη και να εξεταστούν με διαφάνεια οι αστοχίες στην εκτίμηση και αντιμετώπιση των επεισοδίων.
Η διαχείριση της δημόσιας ασφάλειας είναι αναγκαία. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να απαντήσει στα προβλήματα που οδήγησαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους. Όταν απομακρυνθούν τα οδοφράγματα και αποκατασταθούν οι ζημιές, τα ζητήματα της εκπαίδευσης, του κόστους ζωής και της εμπιστοσύνης στους θεσμούς θα εξακολουθούν να υπάρχουν.
Η Γαλλία έχει τη δική της πολιτική ιστορία, τις δικές της κοινωνικές αντιθέσεις και τις δικές της οικονομικές δυσκολίες. Δεν μπορούμε να μεταφέρουμε αυτούσια τα γεγονότα στην Κύπρο. Μπορούμε, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε ένα κοινό ευρωπαϊκό ερώτημα: πόσο πραγματικά συμμετέχουν οι πολίτες στις αποφάσεις που καθορίζουν την καθημερινότητά τους;
Συχνά συγχέουμε τον κοινωνικό διάλογο με την τυπική διαβούλευση. Μια συνάντηση πραγματοποιείται, οι απόψεις καταγράφονται και η διαδικασία θεωρείται ολοκληρωμένη. Όμως η ουσιαστική συμμετοχή απαιτεί περισσότερα. Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν αν οι εισηγήσεις τους εξετάστηκαν, γιατί έγιναν αποδεκτές ή απορρίφθηκαν και ποια αποτελέσματα αναμένονται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια κυβέρνηση οφείλει να ικανοποιεί κάθε αίτημα. Οι δημόσιοι πόροι είναι περιορισμένοι και οι αποφάσεις συχνά απαιτούν δύσκολους συμβιβασμούς. Σημαίνει, όμως, ότι η εξουσία οφείλει να εξηγεί με ειλικρίνεια τις επιλογές της, να αναγνωρίζει τις συνέπειές τους και να αξιολογεί αν τα μέτρα αποδίδουν.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι μαθητές βρέθηκαν στην αφετηρία των γαλλικών κινητοποιήσεων. Η Le Monde κατέγραψε τη συμμετοχή ακόμη και φοιτητών μεγάλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, οι οποίοι εξέφρασαν αλληλεγγύη στα αιτήματα των μαθητών. Πρόκειται για μια υπενθύμιση ότι η νέα γενιά δεν ενδιαφέρεται μόνο για το δικό της άμεσο περιβάλλον, αλλά μπορεί να διεκδικεί αλλαγές με ευρύτερο κοινωνικό περιεχόμενο.
Μιλάμε συχνά για τους νέους ως το μέλλον της κοινωνίας. Πολύ λιγότερο συχνά τους αντιμετωπίζουμε ως πολίτες του παρόντος, με δικαίωμα να συμμετέχουν ουσιαστικά στις αποφάσεις. Η δημοκρατική παιδεία δεν καλλιεργείται μόνο μέσα από τα σχολικά βιβλία. Καλλιεργείται όταν η τεκμηριωμένη διαφωνία βρίσκει χώρο, όταν οι νέοι μπορούν να καταθέτουν προτάσεις και όταν βλέπουν ότι η συμμετοχή τους μπορεί να επιφέρει πραγματικές αλλαγές.
Αν θέλουμε να αντλήσουμε ένα χρήσιμο συμπέρασμα από τη Γαλλία, αυτό δεν πρέπει να περιοριστεί στην ανάγκη καλύτερης διαχείρισης των διαδηλώσεων. Χρειαζόμαστε θεσμούς που αναγνωρίζουν έγκαιρα τα κοινωνικά προβλήματα, ουσιαστικούς μηχανισμούς συμμετοχής των πολιτών και διαφανή αξιολόγηση των δημόσιων πολιτικών. Χρειαζόμαστε διαδικασίες στις οποίες ο διάλογος δεν θα τελειώνει με την έκδοση μιας ανακοίνωσης, αλλά θα συνεχίζεται με συγκεκριμένες δεσμεύσεις, χρονοδιαγράμματα και λογοδοσία.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη ότι η συμμετοχή έχει νόημα. Ότι μια διαφωνία μπορεί να ακουστεί χωρίς να μετατραπεί σε σύγκρουση. Ότι μια κοινωνική ανάγκη μπορεί να αναγνωριστεί πριν εξελιχθεί σε κρίση.
Οι καταστροφές στη Γαλλία πρέπει να αντιμετωπιστούν και οι ευθύνες να διερευνηθούν. Αλλά η ευθύνη μιας δημοκρατίας δεν ολοκληρώνεται όταν αποκατασταθεί η τάξη στους δρόμους. Συνεχίζεται με την αντιμετώπιση των προβλημάτων που παραμένουν όταν οι διαδηλωτές επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Και εδώ βρίσκεται το ερώτημα που αξίζει να θέσουμε και στη δική μας κοινωνία: πόσο συχνά περιμένουμε να γίνει μια διαμαρτυρία αρκετά μεγάλη ή αρκετά έντονη για να ασχοληθούμε με ένα πρόβλημα που υπήρχε ήδη;
Μια κοινωνία δεν πρέπει να χρειάζεται να φωνάξει για να ακουστεί. Και μια δημοκρατία δεν πρέπει να περιμένει να γεμίσουν οι δρόμοι για να αρχίσει να ακούει.