Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η λαμπρή εποποιία του 1940 δεν ιστορεί μόνο τους άθλους των Ελλήνων γενναίων πολεμιστών στα απροσπέλαστα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και τα απόκρημνα υψώματα του Αλβανικού μετώπου, αλλά επιμαρτυρεί συγχρόνως την ψυχική αντοχή των Κυπρίων ημιονηγών, καθώς και των ατρόμητων Ηπειρωτισσών της ακατάβλητης βούλησης και του απερίγραπτου ηρωικού μεγαλείου για τη μεταφορά πολεμοφοδίων μέσα από άξενες στενωπούς, τραχιές αετοράχες και δύσβατα μονοπάτια.

Διθυραμβικός ο έπαινος σε πρωτοσέλιδο άρθρο υπό τον τίτλο «Ηρωικές Ελληνίδες» του «Νέου Κυπριακού Φύλακος» της 12ης Νοεμβρίου 1940, όπου μεταξύ άλλων επισημαίνεται: «Οι υπέροχες αυτές Ελληνοπούλες, γεμάτες από ενθουσιασμόν και εμποτισμένες με την θέλησιν της νίκης εις τον ίδιον βαθμόν με τον στρατόν, εφορτώνοντο τας οβίδας των κανονιών και τρόφιμα, διά να τα μεταφέρουν με πορείαν αφαντάστου δυσκολίας εις βουνοσειρές απόκρημνες εις τους μαχητάς της πρώτης γραμμής διά την διπλήν τροφοδοσίαν. Φρονηματισμένες κι άφοβες, με καρδιάν Σουλιώτικην και Μανιάτικην, επεριφρόνησαν τον κίνδυνον των εχθρικών οβίδων, αδιαφόρησαν διά τες σφαίρες των τουφεκιών και επροχώρησαν εις την γραμμήν της φωτιάς, διά να μεταφέρουν τα μέσα, με τα οποία να φουντώση και να συντρίψη, καθώς εσύντριψε τον εχθρόν.».

Στον τιτάνιο, ωστόσο, εκείνο αγώνα, όπου ο Ελληνικός στρατός αντιμετώπιζε τις σιδηρόφρακτες μεραρχίες του εισβολέως υπό αντίξοες κλιματικές συνθήκες, οι γυναίκες της Κύπρου όρθωσαν το ανάστημά τους, συγκροτώντας μιαν αόρατη αλλά κραταιά μετόπισθεν στρατιά αθόρυβης δράσης και ανεκτίμητης προσφοράς, γράφοντας τη δική τους ανεξίτηλη σελίδα στις αθάνατες δέλτους του επικού ΟΧΙ. Παρά το γεγονός ότι η νήσος μας τελούσε υπό Βρετανική αποικιακή διοίκηση και η γεωγραφική απόσταση την απέκοπτε από το μητροπολιτικό κέντρο και το θέατρο των επιχειρήσεων, η ατομική αφύπνιση και η συλλογική συνείδηση υπαγόρευε την άμεση ανταπόκριση προς τις χειμαζόμενες εστίες της μητρός πατρίδος για την επιτέλεση του ύψιστου εθνικού χρέους. Χωρίς κρατική μέριμνα ή όποιαν άνωθεν συντονισμένη καθοδήγηση, οι Ελληνίδες της Κύπρου κινητοποιήθηκαν σύσσωμες με ενθουσιώδη αυθορμητισμό, ιδρύοντας τις πρώτες Επιτροπείες Εράνων  για να δραστηριοποιηθούν σε όλες ανεξαρτήτως τις πόλεις, τις κωμοπόλεις και τα χωριά. Τα δημοσιεύματα στον Τύπο της εποχής, τα επίσημα έγγραφα και οι κατάλογοι των εισφορών αποτυπώνουν συγκλονιστικά τεκμήρια της καθολικής κινητοποίησης και της Ελληνοπρεπούς αφειδούς συνεισφοράς από το υστέρημα ώς επί το πλείστον τής υπό τις συνθήκες δυσχερούς επιβίωσης, καθώς εμπερίστατες πολύτεκνες μάνες και νεαρές κοπέλες, στερούμενες των στοιχειωδών οικονομικών πόρων, προσέρχονταν με έκδηλα αισθήματα συγκινησιακής φόρτισης, για να καταθέσουν τον εκ του περισσεύματος της καρδίας τους πολύτιμο οβολό: τις χρυσές αρραβώνες, τα λιγοστά κοσμήματα και τα ελάχιστα τιμαλφή μέχρι και χρυσό τμήμα της οδοντοστοιχίας τους στον «Έρανο της Ελλάδος».

Εξόχως συγκινητικές οι σχετικές ειδήσεις στις τότε εφημερίδες, που παραθέτουμε αυτούσιες. Η πρώτη επιγράφεται «Έτσι πεθαίνουν οι Κυπριώτισσες»: «Εις το χωρίον Βουνί της επαρχίας μας [Λεμεσού] μία γυναίκα ψες εχαροπάλευε. Ολίγην ώραν πριν να ξεψυχήση, επανέκτησε τας αισθήσεις της, άνοιξε τα μάτια της και είπε στους δικούς της που την ετριγύριζαν: “Να δώσετε τον ασημένιον μου Σταυρόν για τον αγώνα της Ελλάδας μας”. Ήταν τα τελευταία της λόγια. Σε λίγην ώρα, η Κυπριώτισσα αυτή που εσυνέχιζε την παράδοση και την ιστορία της Σπαρτιάτισσας, της Σουλιώτισσας και της Μαρίας Συγκλητικής έφευγε για πάντα από τον κόσμο, ικανοποιημένη που μπόρεσε να προσφέρη τον οβολόν της στον ιερό αγώνα, την τελευταία στιγμή της ζωής της…». (Νέος Κυπριακός Φύλαξ, 4/11/1940). Ρίγη συγκινήσεως προκαλούν πλήθος άλλων ανακοινώσεων με ονομαστικές αναφορές στις ειδησεογραφικές στήλες επί καθημερινής βάσεως για την αθρόα συμμετοχή σε χρηματικές εισφορές, συλλογή χρυσαφικών είτε οποιωνδήποτε άλλων ειδών, η διεξαγωγή των οποίων «Υπέρ του Ιερού Ελληνικού Αγώνος» ολοένα εντεινόταν με ρυθμούς ευγενούς άμιλλας μεταξύ των κατοίκων των αστικών κέντρων και της υπαίθρου μας, όπου ομολογουμένως πρωτοστατούσε η ευαισθησία και η ολοπρόθυμη δοτική ανταπόκριση των γυναικών. Ενδεικτικές οι πληροφορίες: «Χαρακτηριστικά του πατριωτισμού των Φοινιωτών παραδείγματα είναι τα εξής: Μία πτωχή χήρα, μη έχουσα τίποτε να προσφέρη, παρέδωκε το ήμισυ του φαγητού που ητοίμαζε δι’ αυτήν. Μία άλλη τελείως πτωχή παρέδωκε το μοναδικό της στόλισμα, το δακτυλίδι της.» (Ελευθερία, 14/11/1940). «Είμαι πτωχή κόρη. Δεν έχω τίποτε άλλο να προσφέρω στην αγαπητήν μου πατρίδα, εκτός των χρυσών μου ενωτίων, τα οποία μου εχάρισεν η μητέρα μου από του πρώτου χρόνου της γεννήσεώς μου. Και τώρα ας τα δεχθή η αγαπητή μου Πατρίς ως μίαν ελαχίστην εισφοράν εις τον μεγάλον της αγώνα.» (Πάφος, 14/11/1940).

Ωστόσο, οι Ελληνίδες της Κύπρου δεν αρκέστηκαν μόνο στη συλλογή εράνων. Με μιαν καρδιά και έναν νου στον ερχομό εκείνου του επικού Χειμώνα ένοιωσαν επιβεβλημένη την ανάγκη να αποδυθούν στον συλλογικό ταχύρρυθμο αγώνα της «φανέλλας του στρατιώτη», πλέκοντας μάλλινα και ετοιμάζοντας είδη περίθαλψης των πληγών, για  αποστολή στο μέτωπο και σε νοσοκομεία, όπου θέριζε ο χιονιάς και απειλούσαν από τα θανάσιμα κρυοπαγήματα οι ακρωτηριασμοί. Εύγλωττη η γραπτή έκκληση των τριών γυναικείων Σωματείων της Λευκωσίας, «Ένωσις», «Μάνα» και «Πνευματική Αδελφότης», τα οποία «προς Επικουρίαν του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού» απευθύνονταν στις κυρίες και δεσποινίδες της πρωτεύουσας και των προαστίων, ώστε να σπεύσουν συνεργάτιδες για ράψιμο και πλέξιμο, τονίζοντας έμπλεες αδελφικής ενσυναίσθησης και πατριωτικού καθήκοντος: «Βουτηγμένα στο αίμα τα αδέλφια μας, τα γενναία μας Ελληνόπουλα, ζητούν ανακούφισιν σ’ ένα Νοσοκομείο. Μητέρες, σύζυγοι και αδελφαί, δώστε μας ό,τι μπορείτε εις είδος ιματισμού, σεντόνια, γάντια, κάλτσες, φανέλλες, προσόψια, κουρούκλαν δι’ επιδέσμους, να τα στείλωμεν αμέσως. Οι υπερασπισταί της Πατρίδος μας πρέπει να ανακουφίζονται διά να ξανασηκωθούν με επουλωμένας πληγάς, να πλήξουν γενναία τον εχθρόν.» (Νέος Κυπριακός Φύλαξ, 10/11/1940). Το ίδιο αίσθημα διαπνέει μιαν άλλη εθνοπρεπή έπαλξη δράσης στην Αμμόχωστο: «Υπέρ τας εκατόν κυρίαι και δεσποινίδες ασχολούνται από της επιούσης της εκρήξεως του Ιταλοελληνικού πολέμου εις το πλέξιμον φανελλών διά τους Έλληνας στρατιώτας προμηθευόμεναι τα μαλλιά από το Λύκειον Ελληνίδων Αμμοχώστου. Μέχρι του προσεχούς Σαββάτου υπολογίζεται ότι θα πλεχθούν και θα αποσταλούν προς το Ελληνικόν Προξενείον περί τας 100 φανέλλαι. Πληροφορούμεθα ότι το διοργανώσαν το πλέξιμον μαλλίνων ειδών διά τους Έλληνας στρατιώτας Λύκειον θα διαθέτη μέχρι του τέλους του πολέμου μαλλιά δωρεάν εις τας προθύμους να πλέξουν κυρίας και δεσποινίδας της πόλεώς μας. Εκτός των φανελλών, θα πλέκονται κάλτσες και άλλα μάλλινα είδη.» (Ελευθερία, 13/11/1940). Σημειωτέον ότι το ΛΕΑ δεν παρέλειπε την τακτική διοργάνωση φιλολογικών εκδηλώσεων, τα έσοδα των οποίων προορίζονταν για τον ίδιο ιερό σκοπό. Συγκλονιστική, επίσης, η ακόλουθη πρωτοσέλιδη είδηση: «Από το Παλιομέτοχον μάς αναγγέλλεται μία ωραία και χαρακτηριστική πατριωτική χειρονομία. Αι γυναίκες του χωριού, όλες ομοφώνως, εξέρραψαν τα μάλλινα κρεβάτια τους, διά να χρησιμοποιήσουν τα μαλλιά για την φανέλλα του Έλληνος στρατιώτου. Θα τα πλύνουν, θα τα κλώσουν και θα τα φέρουν εις τας Κυρίας της “ΜΑΝΑΣ”, διά να τα πλέξουν φανέλλες, κάλτσες, γάντια και ό,τι άλλο χρειάζεται διά τους ηρωικούς ευζώνους και φαντάρους μας. Και η χειρονομία αυτή γίνεται χειμώνα καιρό· οι πατριωτικές Παλιομετοσσίτισσες προτιμούν να κρυώνουν αυτές και τα παιδιά τους, για να ζεσταίνονται οι ηρωικοί Ακρίται της Ελλάδος.» (Νέος Κυπριακός Φύλαξ, 13/11/1940). Εξ ου και η ίδια εφημερίδα δημοσίευε τρεις ημέρες μετά το κύριο άρθρο της με τον ακριβολογικό τίτλο «Η Κύπρος όλη εργοστάσιον πλεκτών».          

Η κοινή μοίρα των γυναικών του Ελληνισμού, από την Ήπειρο έως την Κύπρο, επισφραγίστηκε σύντομα με μιαν ευρύτερη δυναμική συμμετοχή, όταν η πολεμική σύρραξη προσέλαβε ολοκληρωτικό χαρακτήρα και εκεί όπου κρινόταν η Ιστορία, η Τιμή και η Ελευθερία του Έθνους. Εκατοντάδες Κύπριες εθελόντριες εντάχθηκαν στις βοηθητικές στρατιωτικές υπηρεσίες (WAAF και ATS) και, ανταποκρινόμενες στο κάλεσμα της χρέους, επιστρατεύθηκαν από τις Βρετανικές αρχές σε νευραλγικά μέτωπα της Μέσης Ανατολής, με εξέχουσα την παρουσία τους στην Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, όπου υπηρέτησαν με υψηλό αίσθημα καθήκοντος και αυτοθυσίας ως νοσοκόμες, τηλεγραφήτριες και στελέχη εφοδιασμού.  Οι αλλεπάλληλες αναφορές στον Κυπριακό Τύπο και οι καταχωρίσεις στα Βρετανικά στρατιωτικά αρχεία παραμένουν αδιάψευστα τεκμήρια και ζωντανά μνημεία της ψυχής τους, αναδεικνύοντας το σθένος των Ελληνίδων της Κύπρου ως αναπόσπαστο πνεύμα συστράτευσης και ομοούσιο έμπρακτο ιδεώδες του Έπους του 1940.

Η πρόσληψη του Επικού ΟΧΙ και η ιστορική αποτίμηση των καταγεγραμμένων γεγονότων στις συνολικές τους διαστάσεις δεν δύναται να νοηθεί χωρίς την  πολυσχιδή αγωνιστική προσφορά των Κυπρίων γυναικών, καθότι δεν υπήρξε απλώς μια πράξη συμπαράστασης, αλλά διαχρονικώς εδραιωμένη ενσυνείδητη κατάθεση ψυχής. Σε μιαν εποχή κλειστών κοινωνικών ηθών και υποτίμησης προσέτι της αξίας της γυναικείας υπόστασης, η αφύπνιση της συγκροτημένης συνένωσης δυνάμεων και η εγρήγορση της σύσσωμης κινητοποίησής τους ως μακρινών γεωγραφικά αλλά συναισθηματικά στοργικών πονόψυχων μανάδων και αγαπητικών αδελφών σηματοδοτεί τον πατριωτισμό στην κορύφωση της μεγαλοσύνης και στο απόγειο της δόξας του. Η σύζυγος είτε η αρραβωνιαστικιά που αποχωριζόταν τον αρραβώνα της δεν καταπατούσε τον όρκο του υφιστάμενου ή μελλοντικού της έγγαμου βίου, αλλά όμνυε αφοσίωση λατρείας στη μητέρα Ελλάδα. Η αδιάλειπτη ομαδική συνεργασία των γυναικών στα οιονεί εργοτάξια χειροτεχνίας για τον κοινό αγώνα της «Φανέλλας τους Στρατιώτη, καθώς και η μετέπειτα εθελοντική κατάταξη στα στρατιωτικά σώματα, συνθέτουν ένα ενιαίο και αδιαίρετο συλλογικό ορόσημο  εθνικής φιλοπατρίας, αρετής και τόλμης. Οι Ελληνίδες της Κύπρου, τηλαυγείς φάροι παραδείγματος για τις νυν και τις επόμενες γενιές, με τη σεμνή αλλά καταλυτική παρουσία τους, απέδειξαν περίτρανα ότι οι μεγάλες ιστορικές στιγμές δεν κρίνονται αποκλειστικά στην πρώτη γραμμή της μάχης, αλλά και στα χαρακώματα των μετόπισθεν. Η μνήμη τους παραμένει ζωντανή, όχι ως μια επετειακή επαναφορά του παρωχημένου παρελθόντος, αλλά διαρκές πρότυπο αεικίνητης αγωνιστικότητας, υπόμνηση έμπνευσης για συλλογική εθελοντική δράση και υπέρτατη διδαχή πατριδικού οράματος, που απαστράπτει στις σελίδες της Νεώτερης Ελληνικής και Κυπριακής Ιστορίας.