Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η πολιτική σκηνή της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας τελεί, ως γνωστόν, υπό καθεστώς διαρκούς δομικής εξάρτησης από το κέντρο λήψης αποφάσεων της Άγκυρας. Η εκλογή του Τουφάν Έρχιουρμαν στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων τον περσινό Οκτώβριο χαιρετίστηκε από ορισμένους κύκλους ως μια δυνητική στροφή προς τον ορθολογισμό, δεδομένων του ακαδημαϊκού του υπόβαθρου και της παλαιότερης σοσιαλδημοκρατικής του ιδεολογίας. Εντούτοις, η πολιτική πραγματικότητα των τελευταίων δώδεκα μηνών διαρρήδην διέψευσε τις προσδοκίες. Μέσα από τρεις επίσημες συναντήσεις με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η ρητορική του ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τα μαξιμαλιστικά αφηγήματα της Άγκυρας, αποδεικνύοντας ότι η στρατηγική της παραμένει παγίως αμετάβλητη, διατηρώντας υπό ομηρία τα τυφλά εκτελεστικά της όργανα στο ψευδοκράτος. Το κεντρικό αφήγημα που επιστρατεύεται συστηματικά της λεγόμενης «άρσης απομόνωσης» των Τουρκοκυπρίων δεν είναι παρά η ενορχηστρωμένη προσπάθεια εργαλειοποίησης ανθρωπιστικών, αθλητικών και πολιτιστικών ζητημάτων, με σκοπό τη σταδιακή νομιμοποίηση της αποσχιστικής οντότητας.

Στη διαχρονία της Παγκόσμιας Ιστορίας η χρησιμοποίηση τοπικών υποχείριων ηγετών-προστατευομένων από περιφερειακές ή παγκόσμιες δυνάμεις αποτελεί προσφιλές άθλημα άσκησης εξωτερικής πολιτικής και η περίπτωση Έρχιουρμαν, ο οποίος εμφανίζεται ως αυτόνομος ηγέτης, ενώ στην πραγματικότητα σκηνοθετεί τη ρητορική του βάσει των υποδείξεων της Άγκυρας, δεν συνιστά καινοτομία. Πολλαπλά τα παραδείγματα από τους τυράννους των Μικρασιατικών πόλεων, όπως ο Ιστιαίος της Μιλήτου, που ήταν το μακρύ χέρι του Μεγάλου Βασιλέως, τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας, του οποίου οι ηγεμονικές επιδιώξεις χειραγωγούσαν τους ηγέτες της Θεσσαλικής Συμμαχίας, έως τους υποτελείς-ενσπόνδους βασιλείς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως τον Ηρώδη στην Ιουδαία και μέχρι τους ηγεμόνες της Λαζικής στον Καύκασο, όργανα της αμυντικής στρατηγικής της Βυζαντινής διπλωματίας. Και για να μην παρελθοντολογούμε, παραπέμπουμε στον πρόεδρο της Λευκορωσίας Λουκασένκο, φερέφωνο της Ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.

Ηλίου φαεινότερη πλέον η υποταγή του Έρχιουρμαν στις εντολές της Ερντογανικής Τουρκίας, καθώς αποκαλύπτει την καθοριστική συμφωνία λόγων τε και έργων. Η πρώτη επίσημη επίσκεψή του στο εξωτερικό στις 13 Νοεμβρίου 2025 δεν θα μπορούσε παρά να πραγματοποιηθεί στη μητέρα πατρίδα, όπου ο Ερντογάν έθεσε τις κόκκινες γραμμές, τονίζοντας ότι «η Άγκυρα παραμένει ο βασικός πυλώνας ασφάλειας και ανάπτυξης των Τουρκοκυπρίων» και συνδέοντας την οικονομική επιβίωση των Κατεχομένων με την πλήρη πολιτική ευθυγράμμιση. Ο Έρχιουρμαν, αποδεχόμενος τον ρόλο του, απάντησε με διαβεβαιώσεις για «στενό συντονισμό στην εξωτερική πολιτική», προδιαγράφοντας την πορεία πειθήνιας υποταγής. Στις 16 Απριλίου φέτος στο Γραφείο Ντολμάμπαχτσε στην Κωνσταντινούπολη και στο περιθώριο του Διπλωματικού Φόρουμ της Αττάλειας, η συζήτηση πέρασε στο επίπεδο της Ανατολικής Μεσογείου. Ο Ερντογάν δήλωσε κατηγορηματικά ότι η Τουρκία θα αξιοποιήσει κάθε διπλωματικό δίαυλο για την άρση της «απομόνωσης» της «ΤΔΒΚ». Ο Έρχιουρμαν, λειτουργώντας ως αντηχείο της Άγκυρας, επισήμανε ότι «το στάτους κβο δεν είναι βιώσιμο», μετατοπίζοντας την ευθύνη της μη λύσης αποκλειστικά στην Ελληνοκυπριακή πλευρά και ζητώντας «ρεαλιστικά βήματα» αναγνώρισης της Τουρκοκυπριακής οντότητας. Η πρόσφατη συνάντηση της 30ής Οκτωβρίου υπήρξε το αποκορύφωμα της συμπεφωνημένης στρατηγικής. Ο Ερντογάν διακήρυξε με απόλυτο τρόπο ότι «καμία διαδικασία που αποτυγχάνει να διασφαλίσει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων δεν μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για λύση». Ο Έρχιουρμαν, από το βήμα της 13ης Συνόδου Κορυφής, υποστήριξε ότι η διεθνής ενσωμάτωση των Τουρκοκυπρίων και η λύση του Κυπριακού «δεν είναι εναλλακτικές επιλογές, αλλά διαδικασίες που ενισχύουν η μία την άλλη», ζητώντας την εμβάθυνση των σχέσεων των μελών του Οργανισμού με τα Κατεχόμενα.

Η επιμονή του Έρχιουρμαν να απαιτεί ερείσματα στη Σύνοδο της Άγκυρας συνδέεται άρρηκτα με τη συστηματική προσπάθεια της Τουρκίας να εργαλειοποιήσει τον Οργανισμό Τουρκικών Κρατών και πρώην Τουρκογενών. Η Τουρκικών διπλωματικών προδιαγραφών μετονομασία, δεν είναι, προφανώς, θέμα ορολογίας, αλλά συνειδητή γεωπολιτική μετατόπιση. Ενώ ο όρος «Τουρκογενή» παρέπεμπε σε χαλαρή πολιτισμική και γλωσσική συγγένεια λαών, η μετάλλαξη σε «Τουρκικά Κράτη» προβάλλει το ιδεολόγημα μιας συμπαγούς, ενιαίας πολιτικής και στρατηγικής ζώνης υπό την κηδεμονία της Άγκυρας. Η εν λόγω παντουρκική αναβάθμιση μεταφράζεται σε επιδίωξη διεθνούς αναγνώρισης του ψευδοκράτους. Η Άγκυρα επιχειρεί να επιβάλει στα υπόλοιπα μέλη της Κεντρικής Ασίας την αποδοχή του έκνομου μορφώματος  ως ισότιμου «τουρκικού κράτους», μετατρέποντας τον Οργανισμό σε πλυντήριο των τετελεσμένων της Εισβολής. Ο Έρχιουρμαν, σε ευθυγράμμιση με τη στρεβλωτική παραπλάνηση, αξιοποίησε το συγκεκριμένο βήμα, για να παρουσιάσει τις αποσχιστικές επιδιώξεις ως φυσικό δικαίωμα ένταξης στην «Τουρκική Οικογένεια», εκτελώντας με ακρίβεια τους ηγεμονικούς σχεδιασμούς. Για να κατανοήσει κανείς τον βαθμό σύγκλισης απόψεων, μπροστά στο ίδιο έργο θεατές με αλλαγή πρωταγωνιστών, αρκεί μια σύγκριση των τοποθετήσεων Έρχιουρμαν με τις παλαιότερες δηλώσεις του προκατόχου του. Ο Ερσίν Τατάρ, γνωστός για την ακραία και συχνά άκομψη προσκόλλησή του στο δόγμα των «δύο κρατών», διακήρυττε με κάθε ευκαιρία ότι η κυριαρχική ισότητα αποτελεί απαράβατο όρο για οποιαδήποτε συζήτηση. Είχε επανειλημμένα καταγγείλει τα «απάνθρωπα εμπάργκο» των Ελληνοκυπρίων, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκοκυπριακή νεολαία στραγγαλίζεται πολιτιστικά και αθλητικά. Ο Τουφάν Έρχιουρμαν δεν άλλαξε την ουσία του αφηγήματος· αντιθέτως, λείανε τις γωνίες. Αντί της προκλητικής επιθετικής γλώσσας στη διεθνή κοινότητα, μεταμφιέζει τα πανομοιότυπα συμφραζόμενα με έναν μανδύα νομιμοφάνειας και ανθρωπισμού. Η διεκδίκηση των «δύο κρατών» του Τατάρ μετατράπηκε από τον Έρχιουρμαν σε αίτημα για «διεθνή δικτύωση» και «άρση της απομόνωσης» εν ονόματι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της νεολαίας. Η στρατηγική επιδίωξη παραμένει κοινή: η απεξάρτηση της Τουρκοκυπριακής πλευράς από το πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ και η σταδιακή αποδοχή της διχοτόμησης ως τετελεσμένου γεγονότος.

Ωστόσο, σε ό,τι αφορά στο λεγόμενο «εμπάργκο» των Τουρκοκυπρίων δεν μπορεί να διεξαχθεί ερήμην του διεθνούς δικαίου, όπως αυτό αποτυπώνεται στα θεμελιώδη Ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Είναι αληθές, και συχνά προβάλλεται ως νομικό επιχείρημα από την Τουρκική πλευρά, ότι τα ψηφίσματα δεν περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και ως εκ τούτου στερούνται άμεσης εκτελεστικής ή καταναγκαστικής ισχύος (hard law). Παραγνωρίζει, όμως, την τεράστια πολιτική και ερμηνευτική ισχύ των διακηρύξεων αυτών, που συγκροτούν το νομικό θεμέλιο επί του οποίου εδράζεται η διεθνής μη-αναγνώριση της «ΤΔΒΚ». Χαρακτηρίζοντας την αποσχιστική ενέργεια ως «νομικά άκυρη» και καλώντας όλα τα κράτη-μέλη να σεβαστούν την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο ΟΗΕ προσέδωσε το απαραίτητο νομικό έρεισμα για τον αποκλεισμό του ψευδοκράτους από τους διεθνείς οργανισμούς. Συνεπώς, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Τουρκοκύπριοι στο διεθνές εμπόριο ή τον αθλητισμό δεν πηγάζουν από μιαν αυθαίρετη Ελληνοκυπριακή «ιδεοληψία», αλλά από τη συμμόρφωση της διεθνούς κοινότητας με τις διατάξεις της διεθνούς έννομης τάξης.

Επιτομή της στρεψόδικης προσέγγισης του Τουρκοκύπριου ηγέτη στη Σύνοδο ήταν η επίκληση των απαντητικών επιστολών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, κατόπιν δικού του διαβήματος λόγω της ακύρωσης μιας παιδικής ποδοσφαιρικής κατασκήνωσης της FC Barcelona και ενός μουσικού φεστιβάλ στην Κερύνεια. Συγκεκριμένα, η Κομισιόν στην επιστολή της στις 6 Οκτωβρίου αναφέρθηκε στον στόχο για τον τερματισμό της απομόνωσης της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας και τη στήριξη της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης των νέων. Ο Έρχιουρμαν απομόνωσε τις αναφορές, για να παρουσιάσει την Ε.Ε. επικριτική της στάσης της Λευκωσίας, αποσιωπώντας εσκεμμένα τη διαχρονική της θέση ότι η Τουρκοκυπριακή Κοινότητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ενός ενιαίου κράτους-μέλους της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι η όποια «απομόνωση» είναι το άμεσο αποτέλεσμα της κατοχής. Η επιστολή Γκουτέρες της 16ης Οκτωβρίου χαρακτήρισε τις ακυρώσεις εκδηλώσεων ως «αποθαρρυντικές εξελίξεις», που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη, με τον Έρχιουρμαν να σπεύδει να ερμηνεύσει τη διπλωματική απάντηση ως δικαίωση της δικής του επιχειρηματολογίας. Παρέλειψε, εντούτοις, να αναφέρει ότι ο ΟΗΕ δεσμεύεται από τα προαναφερθέντα ψηφίσματα του Σ.Α.

Η πιο ηχηρή απάντηση στο καθ’ υπαγόρευσιν αφήγημα έρχεται από το εσωτερικό της ίδιας της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας. Ο κορυφαίος Τουρκοκύπριος δημοσιογράφος και εκδότης Σενέρ Λεβέντ, μέσα από την εμβληματική αρθρογραφία του αποδομεί συστηματικά την υποκρισία περί «εμπάργκο», αναδεικνύοντας με παρρησία την αλήθεια των πραγμάτων, που καταρρίπτει τα μυθεύματα των Ερντογάν-Έρχιουρμαν: Η μοναδική δύναμη-δεσμοφύλακας, που απομονώνει τους Τουρκοκυπρίους από τον πολιτισμένο κόσμο είναι η ίδια η Τουρκία. Η στρατιωτική κατοχή, η δημογραφική αλλοίωση μέσω του μαζικού εποικισμού και η οικονομική κηδεμονία είναι οι παράγοντες που κρατούν την Κοινότητα εγκλωβισμένη σε ένα διεθνές νομικό κενό. Εξάλλου, η ψευδεπίγραφη ρητορική περί «απομόνωσης» καταρρέει μπροστά στην αψευδή μαρτυρία των αριθμών. Εκατοντάδες χιλιάδες Τουρκοκύπριοι κατέχουν επίσημα έγγραφα (διαβατήρια και ταυτότητες) της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ταξιδεύουν ελεύθερα σε όλο τον κόσμο ως Ευρωπαίοι πολίτες, σπουδάζουν σε Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, εργάζονται και τυγχάνουν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στις ελεύθερες περιοχές. Το να επικαλείται η ηγεσία τους προφάσεις «απάνθρωπου αποκλεισμού», όταν απολαμβάνουν τα προνόμια της Κ.Δ., αποτελεί πολιτικό οξύμωρο. Η πραγματική απομόνωση, κατά τον Λεβέντ, βιώνεται στο πεδίο της ελευθερίας του λόγου στα Κατεχόμενα εδάφη μας. Οι διώξεις δημοσιογράφων, η ποινικοποίηση της αντίθετης άποψης και ο πιεστικός έλεγχος της Άγκυρας στα θεσμικά και ανθρώπινα δικαιώματα συνθέτουν το ουσιαστικό εμπάργκο που επιβάλλεται στην Κοινότητα.

Το αφήγημα της «απομόνωσης», όπως παρουσιάζεται από τον Έρχιουρμαν κατ’ επιταγήν του καθοδηγητή-εντολέα Ερντογάν, δεν αποτελεί παρά ένα διπλωματικό προπέτασμα καπνού. Στόχος του δεν είναι η προστασία των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων, αλλά η νομιμοποίηση των τετελεσμένων της εισβολής και της συνεχιζόμενης στρατιωτικής κατοχής μέσω της πλαγίας οδού των πολιτιστικών και αθλητικών επαφών. Άρα, όσες συναντήσεις και αν πραγματοποιηθούν μεταξύ του ΠτΔ και του Τουρκοκύπριου ηγέτη, πού οδηγούν εν όψει των πρόσφατων δηλώσεών του; Και ποια ευοίωνη προοπτική δύναται να υπάρξει για μια βιώσιμη λύση του Κυπριακού, ενόσω η Τουρκοκυπριακή Κοινότητα αδυνατεί να απαλλαγεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Τουρκίας; Οψόμεθα…