Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Μπορεί ένα ρομπότ να φροντίσει έναν ηλικιωμένο; Να τον βοηθήσει να κινηθεί, να παρακολουθεί την υγεία του, να εντοπίσει μια πτώση ή ακόμη και να του προσφέρει συντροφιά;

Κυρίως, μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να αποτελέσει απάντηση στις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες φροντίδας χρόνιων ασθενών και κυρίως ανθρώπων τρίτης ηλικίας;

Τα ερωτήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και για την Κύπρο σε μια περίοδο κατά την οποία η γήρανση του πληθυσμού, η υπογεννητικότητα και οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και επαγγελματιών υγείας, όπως για παράδειγμα οι νοσηλευτές και οι φροντιστές υγείας, δημιουργούν αυξανόμενες πιέσεις στο σύστημα υγείας.

Σε χώρες όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, η χρήση ρομπότ και εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης στον συγκεκριμένο τομέα δεν αποτελεί πλέον μακρινό σενάριο.

Ρομποτικά συστήματα χρησιμοποιούνται ή αναπτύσσονται για τη μετακίνηση ασθενών, την αποκατάσταση, την παρακολούθηση ηλικιωμένων και την παροχή συντροφιάς.

Ο δρ Νίκος Καρφάκης, Λέκτορας στο Aegean College/University of Essex μιλά στο philenews για το μέλλον της φροντίδας στην εποχή της αυτοματοποίησης, θέτοντας στο επίκεντρο τις ανάγκες των ηλικιωμένων, τις συνθήκες εργασίας των φροντιστών και την αξία της ανθρώπινης σχέσης.

«Θα ήταν εύκολο να αντιμετωπίσουμε αυτές τις εξελίξεις με τεχνοφοβία. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι Núria Vallès-Peris και Miquel Domènech (2023. Ισπανοί ακαδημαϊκοί και ερευνητές που ασχολούνται με τις κοινωνικές, ηθικές και πολιτικές διαστάσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης), ιδιαίτερα στον χώρο της υγείας και της φροντίδας, η τεχνολογία δεν αποτελεί το αντίθετο της φροντίδας. Η φροντίδα ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με τη χρήση τεχνολογιών, από τα αναπηρικά αμαξίδια και τα ακουστικά βαρηκοΐας έως τα συστήματα τηλεφροντίδας».

Ένα ρομπότ «που βοηθά έναν νοσηλευτή να σηκώσει ή να μετακινήσει έναν ασθενή μπορεί να μειώσει σημαντικά τη σωματική καταπόνηση και τον κίνδυνο τραυματισμού».

Παράλληλα, συστήματα ΤΝ «μπορούν να αναλύουν δεδομένα από αισθητήρες, εντοπίζοντας, για παράδειγμα, μια πτώση ή μια ασυνήθιστη αλλαγή στην καθημερινή δραστηριότητα ενός ηλικιωμένου και ειδοποιώντας εγκαίρως τους φροντιστές».

«Υπό αυτή την έννοια, η αυτοματοποίηση μπορεί παραδόξως να οδηγήσει σε περισσότερη και όχι λιγότερη ανθρώπινη φροντίδα, απελευθερώνοντας πολύτιμο χρόνο για επικοινωνία, συναισθηματική υποστήριξη και ουσιαστική ανθρώπινη επαφή».

Η «κρίση φροντίδας» πίσω από την ανάπτυξη των ρομπότ

Πέρα από τις πρακτικές δυνατότητες της τεχνολογίας, ο δρ Καρφάκης θέτει το ζήτημα της κοινωνικής και οικονομικής αξίας που αποδίδεται στη φροντίδα.

«Ωστόσο, η συζήτηση γίνεται πιο σύνθετη εάν, αντί να αναρωτηθούμε απλώς τι μπορούν να κάνουν τα ρομπότ, εξετάσουμε γιατί δημιουργείται τόσο έντονη ανάγκη για την αυτοματοποίηση της φροντίδας. Όπως επισημαίνει η Mercer Gary (2021. Αμερικανίδα φιλόσοφος και πανεπιστημιακή ερευνήτρια), η ανάπτυξη των ρομπότ φροντίδας (care robots) πρέπει να εξεταστεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο μιας “κρίσης φροντίδας”, η οποία δεν είναι απλώς δημογραφική ή τεχνολογική, αλλά συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες οργανώνουν και αποτιμούν την ίδια τη φροντίδα».

Η φροντίδα αποτελεί ιστορικά μια από τις πιο υποτιμημένες μορφές εργασίας. «Ένα μεγάλο μέρος της παρέχεται από γυναίκες, συχνά με χαμηλές αμοιβές ή χωρίς αμοιβή μέσα στην οικογένεια, παρά το γεγονός ότι απαιτεί δεξιότητες, υπευθυνότητα, υπομονή και σημαντική συναισθηματική εργασία.

Δημιουργείται έτσι ένα ενδιαφέρον παράδοξο: μια δραστηριότητα την οποία οι κοινωνίες θεωρούσαν για δεκαετίες σχεδόν αυτονόητη αποκτά τεράστιο τεχνολογικό και επενδυτικό ενδιαφέρον όταν εμφανίζεται η δυνατότητα αυτοματοποίησής της».

«Πρέπει να εξετάσουμε ποιος ωφελείται από την αυτοματοποίηση»

Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύει είναι κατά πόσο η ρομποτική θα χρησιμοποιηθεί για τη βελτίωση των υπηρεσιών ή για τη μείωση του προσωπικού και του εργασιακού κόστους.

«Επομένως, δεν αρκεί να ρωτήσουμε εάν ένα ρομπότ μπορεί να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία. Πρέπει να εξετάσουμε ποιος ωφελείται από την αυτοματοποίησή της».

Εάν η τεχνολογία μειώνει τη σωματική καταπόνηση των εργαζομένων και τους επιτρέπει να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στους ανθρώπους που φροντίζουν, «τότε μπορεί πράγματι να βελτιώσει την ποιότητα της φροντίδας».

«Εάν, αντίθετα, χρησιμοποιείται κυρίως για τη μείωση του προσωπικού και του εργασιακού κόστους ή για να επιτρέψει σε έναν εργαζόμενο να φροντίζει ολοένα περισσότερους ανθρώπους, τότε μπορεί να εντείνει τα προβλήματα που υποτίθεται ότι καλείται να επιλύσει».

Όπως υποστηρίζουν οι Vallès-Peris και Domènech, η ηθική συζήτηση για τα ρομπότ φροντίδας δεν μπορεί να περιορίζεται στις λειτουργίες που μπορούν να ανατεθούν με ασφάλεια σε μια μηχανή, αλλά πρέπει να εξετάζει και τον τρόπο με τον οποίο η αγορά και η τεχνολογική καινοτομία επηρεάζουν την ίδια την οργάνωση της φροντίδας».

«Η φροντίδα δεν αποτελεί απλώς ένα άθροισμα καθηκόντων»

Στο επίκεντρο του προβληματισμού βρίσκεται και το ερώτημα κατά πόσο η ανθρώπινη φροντίδα μπορεί να περιοριστεί σε πρακτικές εργασίες που είναι δυνατόν να εκτελούνται από μηχανές.

«Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο ερώτημα: τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για φροντίδα;

Η μετακίνηση ενός ηλικιωμένου, η υπενθύμιση ενός φαρμάκου ή η καταγραφή μιας ένδειξης μπορούν σε σημαντικό βαθμό να αυτοματοποιηθούν. Η φροντίδα όμως δεν αποτελεί απλώς ένα άθροισμα καθηκόντων.

Περιλαμβάνει την αναγνώριση του φόβου και της μοναξιάς, την εμπιστοσύνη, το άγγιγμα και την ανθρώπινη παρουσία.

Τα σύγχρονα κοινωνικά ρομπότ (social robots) μπορούν να συνομιλούν, να ανταποκρίνονται σε ανθρώπινα ερεθίσματα και να δημιουργούν την αίσθηση συντροφικότητας, χωρίς όμως να βιώνουν ενδιαφέρον, συμπόνια ή συναισθηματική δέσμευση».

Ο δρ Καρφάκης παραπέμπει επίσης σε έρευνα του 2024 για τη χρήση κοινωνικών ρομπότ στη μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων, η οποία αναδεικνύει ζητήματα αυτονομίας, ιδιωτικότητας, κοινωνικής απομόνωσης και ανθρώπινης επικοινωνίας.

Αναγνωρίζει ότι η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει πραγματικά οφέλη ακόμη και σε ιδιαίτερα προσωπικές πλευρές της καθημερινότητας ενός ηλικιωμένου. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η αντιμετώπιση της μοναξιάς δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά τεχνολογική.

«Ακόμη και εδώ, ωστόσο, οι εύκολες απαντήσεις είναι προβληματικές.  Ένας ηλικιωμένος μπορεί να προτιμά τη βοήθεια μιας μηχανής σε ορισμένες ιδιαίτερα προσωπικές δραστηριότητες, διατηρώντας έτσι μεγαλύτερη αυτονομία, ιδιωτικότητα και ενδεχομένως αξιοπρέπεια. Ένα κοινωνικό ρομπότ μπορεί επίσης να περιορίσει πραγματικά το αίσθημα μοναξιάς.

Από την άλλη πλευρά, η τεχνολογική αντιμετώπιση της μοναξιάς δεν πρέπει να μας οδηγήσει στην αποδοχή ως φυσιολογικών των κοινωνικών συνθηκών που την προκαλούν».

«Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι άνθρωπος ή ρομπότ»

Καταλήγοντας, ο δρ Καρφάκης υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και της ρομποτικής δεν πρέπει να υποκαταστήσει την επένδυση στους ανθρώπους που παρέχουν φροντίδα.

«Υπό αυτό το πρίσμα, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι “άνθρωπος ή ρομπότ;”, αλλά τι είδους φροντίδα θέλουμε και ποιος θα ωφεληθεί από την αυτοματοποίησή της.

Η ΤΝ και τα ρομπότ μπορούν να απαλλάξουν τους ανθρώπους από επίπονες και επαναλαμβανόμενες εργασίες, αλλά δεν πρέπει να αποτελέσουν υποκατάστατο της επένδυσης στους ίδιους τους ανθρώπους που παρέχουν φροντίδα».

Και συνοψίζει τον προβληματισμό του με ένα ερώτημα που αφορά όχι μόνο την τεχνολογική πρόοδο, αλλά και τις κοινωνικές προτεραιότητες:

«Γιατί τελικά το σημαντικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν τα ρομπότ μπορούν να μάθουν να φροντίζουν, αλλά εάν οι κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες που δημιουργούμε επιτρέπουν στους ίδιους τους ανθρώπους να συνεχίσουν να φροντίζουν».