Ηλικιωμένοι με αναπηρίες και χρόνιες παθήσεις ταλαιπωρούνται, φθάνουν στα όρια της απελπισίας. Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν γνωρίζουν καν τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθήσουν προκειμένου να εξασφαλίσουν τη βοήθεια που χρειάζονται ενώ σε άλλες περιπτώσεις ακολουθούν τις διαδικασίες αλλά δεν λαμβάνουν καμία ή σχεδόν καμία στήριξη.

Πέντε περιπτώσεις που τέθηκαν ενώπιον του Παρατηρητηρίου τον περασμένο μήνα, καταδεικνύουν, για άλλη μια φορά το πρόβλημα αφού αφορούν, μεταξύ άλλων, την ανεπάρκεια των κοινωνικών παροχών, την καθυστέρηση εξέτασης αιτημάτων, την πρόσβαση σε επίδομα αναπηρίας και φροντίδας, τη χρήση χώρων στάθμευσης για άτομα με αναπηρία και τη διαδικασία επαναξιολόγησης της ικανότητας οδήγησης.

«Είναι ξεκάθαρο ότι όσο πιο μεγάλης ηλικίας είναι άτομα με αναπηρίες, αν δεν έχουν ψηλή σύνταξη η άλλη πηγή εισοδήματος, αντιμετωπίζουν πρόβλημα να καλύψουν το κόστος διαβίωσης και αγοράς υπηρεσιών φροντίδας», ανέφερε στον «Φ», ο εκπρόσωπος Τύπου της ΟΣΑΚ, Δημήτρης Λαμπριανίδης, τονίζοντας ότι η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει πιο υπεύθυνα τις ανάγκες των ηλικιωμένων με σοβαρές αναπηρίες και χρόνια νοσήματα.

Το κράτος, επεσήμανε, «πρέπει να εξετάσει πιο υπεύθυνα τη στήριξη ηλικιωμένων με σοβαρές αναπηρίες, οι οποίες δεν βρίσκονται κατ’ ανάγκην στο επίπεδο της παραπληγίας ή της τετραπληγίας αλλά και σε αυτές τις κατηγορίες τα επιδόματα φροντίδας χρειάζεται να αυξηθούν».

Ζήτησε επίδομα αναπηρίας και του ζήτησαν τα εισοδήματα των παιδιών του

Η πρώτη περίπτωση αφορούσε άτομο με νευροπάθεια, το οποίο χρησιμοποιεί τροχοκάθισμα και αντιμετωπίζει σοβαρούς λειτουργικούς περιορισμούς στην καθημερινότητά του. Σύμφωνα με την καταγγελία, λαμβάνει επίδομα κοινωνικής επανένταξης ύψους €408 τον μήνα, ποσό που, όπως υποστηρίζει, δεν επαρκεί για την κάλυψη των βασικών αναγκών διαβίωσης.

Ο παραπονούμενος υπέβαλε αίτηση για επίδομα αναπηρίας και διαπίστωσε ότι στο σχετικό έντυπο ζητούνται τα στοιχεία των παιδιών του, παρά το γεγονός ότι αυτά διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό.

Όπως ανέφερε, είχε πληροφορηθεί ότι, έπειτα από πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές, τα εισοδήματα των παιδιών δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη κατά την εξέταση αιτημάτων για συγκεκριμένες κοινωνικές παροχές. Όταν, ωστόσο, επικοινώνησε με την αρμόδια τηλεφωνική γραμμή, ενημερώθηκε ότι τα στοιχεία εξακολουθούν να απαιτούνται, επειδή οι αλλαγές δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί πλήρως.

Ο πολίτης κάνει λόγο για αντικρουόμενες πληροφορίες και ζητά να διευκρινιστεί ποιο νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο βρίσκεται σήμερα σε ισχύ, καθώς και ποια κριτήρια εφαρμόζονται κατά την εξέταση της αίτησής του.

Σχολιάζοντας το ζήτημα, ο Δημήτρης Λαμπριανίδης τόνισε ότι «είναι γενικά απαράδεκτο να ζητούνται εισοδηματικά στοιχεία των παιδιών για ανάγκες που δημιουργεί η αναπηρία σε έναν γονέα για την οποιαδήποτε βοήθεια και αν αιτηθεί ένας πολίτης. Εδώ και χρόνια ζητούμε να τροποποιηθεί ο νόμος του ΕΕΕ και να μην έχει ευθύνη συντήρησης του ανάπηρου γονέα ο οποίος δεν μπορεί να εργαστεί, ενήλικο παιδί αλλά ούτε χαμηλόμισθος/η σύζυγος. Δυστυχώς το κράτος δεν ανταποκρίνεται ενώ αυτή η πρόνοια σπρώχνει άτομα και οικογένειες στη φτώχια».

Δεύτερο παράπονο υποβλήθηκε από άτομο με πολλαπλά προβλήματα υγείας, το οποίο είναι δικαιούχος του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, το ποσό που λαμβάνει δεν επαρκεί για την κάλυψη των βασικών αναγκών του, με αποτέλεσμα να βρίσκεται αντιμέτωπο με σοβαρές οικονομικές δυσκολίες.

Ο παραπονούμενος αποτάθηκε στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ζητώντας πρόσθετη βοήθεια. Ακολούθησε επίσκεψη λειτουργού στην κατοικία του, προκειμένου να αξιολογηθούν οι συνθήκες διαβίωσης και οι ανάγκες του και να εξεταστεί το ενδεχόμενο παραχώρησης ειδών πρώτης ανάγκης ή πρόσθετης οικονομικής στήριξης.

Παρότι, όπως υποστήριξε, έχει παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα από την επίσκεψη και την αξιολόγηση, δεν έχει λάβει ενημέρωση για την πορεία ή την έκβαση του αιτήματός του.

Δυσκολεύεται να φτάσει μέχρι το νοσηλευτήριο

Η τρίτη περίπτωση αφορούσε άτομο με σοβαρά προβλήματα υγείας, περιλαμβανομένων πνευμονοπάθειας και καρδιολογικών παθήσεων. Εξαιτίας της κατάστασής του, όπως είπε, επισκέπτεται συχνά νοσηλευτήρια για προγραμματισμένα ιατρικά ραντεβού.

Δεν διαθέτει, όμως, κάρτα στάθμευσης ατόμων με αναπηρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τους ειδικά διαμορφωμένους χώρους, ακόμη και όταν αυτοί παραμένουν κενοί.

Όπως ανέφερε, αναγκάζεται είτε να σταθμεύει μακριά από το νοσηλευτήριο και να διανύει με μεγάλη δυσκολία την απόσταση είτε να καταφεύγει σε ακατάλληλους χώρους στάθμευσης.

Οι διευκολύνσεις δεν πρέπει να περιορίζονται στα άτομα που χρησιμοποιούν τροχοκάθισμα, υποστήριξε στην αναφορά του στο Παρατηρητήριο Ασθενών, επισημαίνοντας ότι «θα ήταν πιο ορθό να αφορούν και ανθρώπους με σοβαρές παθήσεις που επηρεάζουν ουσιαστικά την ικανότητά τους να περπατούν».

Πρόσβαση στο μπλε δελτίο στάθμευσης, εξήγησε σχολιάζοντας το παράπονο ο Δημήτρης Λαμπριανίδης, μπορούν να έχουν και άνθρωποι οι οποίοι περπατούν, αλλά αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα κινητικότητας.

«Δικαιούχοι δεν πρέπει να είναι και ούτε είναι μόνο όσοι χρησιμοποιούν αναπηρικό αμαξίδιο, αλλά όλοι οι πολίτες που, λόγω αναπηρίας, ασθένειας ή πάθησης, δεν μπορούν να περπατήσουν μεγάλες αποστάσεις», σημείωσε εκφράζοντας ταυτόχρονο προβληματισμό και για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες παρατηρείται κατάχρηση του δελτίου από άτομα τα οποία είναι σε θέση να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις με τα πόδια ή ακόμα και από συγγενείς των δικαιούχων.

«Πρέπει να εξασφαλίζεται πρόσβαση στους πραγματικούς δικαιούχους, με κριτήρια που λαμβάνουν υπόψη και τις μη εμφανείς αναπηρίες ή παθήσεις αλλά δημιουργούν εμπόδια κινητικότητας».

Στην τέταρτη περίπτωση, γυναίκα με αναπηρία ανέφερε ότι δεν λαμβάνει οποιοδήποτε επίδομα ή άλλη οικονομική στήριξη που να σχετίζεται με την κατάστασή της. Ζήτησε ενημέρωση για τα δικαιώματά της και για τις παροχές που ενδεχομένως δικαιούται.

Παράλληλα, αντιμετωπίζει πρόβλημα με την άδεια οδήγησής της, καθώς ενημερώθηκε ότι, λόγω ηλικίας, δεν μπορεί να συνεχίσει να οδηγεί χωρίς να ακολουθηθεί συγκεκριμένη διαδικασία αξιολόγησης. Δεν γνωρίζει τα απαιτούμενα βήματα ούτε τις υπηρεσίες στις οποίες πρέπει να αποταθεί για να εξεταστεί η δυνατότητα ανανέωσης της άδειάς της.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της ΟΣΑΚ συνέδεσε το ζήτημα με τις αδυναμίες των δημόσιων μεταφορών να καλύψουν αποτελεσματικά τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία.

«Σε μια χώρα όπου οι δημόσιες μεταφορές δεν έχουν ακόμη καταφέρει, για πολλούς λόγους, να εξυπηρετήσουν επαρκώς τα άτομα με αναπηρία, τα ηλικιωμένα άτομα που χρειάζονται επαναξιολόγηση της ικανότητάς τους να οδηγούν με ασφάλεια πρέπει να έχουν πρόσβαση σε απλές και ξεκάθαρες διαδικασίες», υπογράμμισε.

Στην αναμονή για Ιατροσυμβούλιο

Η πέμπτη περίπτωση αφορά γυναίκα με ορθοπεδικά προβλήματα, η οποία υπέβαλε πριν από μερικούς μήνες αίτημα για επίδομα φροντίδας.

Στις αρχές Ιουνίου επικοινώνησε μαζί της αρμόδιος λειτουργός για τη συλλογή πρόσθετων πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση της υγείας της. Τότε ενημερώθηκε ότι θα κληθεί να παρουσιαστεί ενώπιον Ιατροσυμβουλίου, χωρίς όμως να της δοθούν περισσότερες πληροφορίες ή ένα ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα.