Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η μη τήρηση ενός κανόνα μέσα σε ένα νοσοκομείο μπορεί να οδηγήσει στην παραβίαση και άλλων κανόνων, ακόμη και από εργαζομένους που γνωρίζουν πολύ καλά τα πρωτόκολλα πρόληψης των λοιμώξεων.

Την ίδια ώρα, η αποτελεσματική πρόληψη κρύβει ένα παράδοξο: όταν οι λοιμώξεις μειώνονται, ορισμένες διοικήσεις δομών παροχής υπηρεσιών υγείας, θεωρούν ότι μπορούν να περιορίσουν τις δαπάνες για τα μέτρα που συνέβαλαν στη μείωσή τους.

Τις δύο αυτές διαστάσεις της ασφάλειας των ασθενών ανέδειξε, σε συνέντευξή του στο philenews, ο καθηγητής κλινικής μικροβιολογίας Ανδρέας Βος.

Επικαλούμενος τη «θεωρία των σπασμένων παραθύρων», εξήγησε πώς η ανοχή στην παραβίαση των κανόνων μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του προσωπικού και υπογράμμισε ότι η εκπαίδευση, από μόνη της, δεν αρκεί χωρίς ισχυρή διοικητική, ιατρική και νοσηλευτική ηγεσία.

Οι επισημάνσεις του αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο, καθώς τα τελευταία στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) καταγράφουν σημαντική αύξηση συγκεκριμένων λοιμώξεων από ανθεκτικά βακτήρια. Παράλληλα, σε έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026, το ECDC διατύπωσε συστάσεις για την ενίσχυση της πρόληψης, της επιτήρησης και της αντιμετώπισης της μικροβιακής αντοχής στη χώρα μας.

Ο καθηγητής, ο οποίος έχει εργαστεί στη Γερμανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ολλανδία και διαθέτει περισσότερες από 450 επιστημονικές δημοσιεύσεις, αναφέρθηκε επίσης στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα σύγχρονα νοσοκομεία και στις προϋποθέσεις για την αποτελεσματική προστασία των ασθενών.

«Οι εργαζόμενοι γνωρίζουν τους κανόνες – Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού»

«Ίσως αυτό να προκαλεί έκπληξη σε πολλούς, αλλά πιστεύω ότι οι επαγγελματίες υγείας διαθέτουν τόσο τις γνώσεις όσο και τα μέσα για να συμμορφώνονται με τα μέτρα πρόληψης και ελέγχου των λοιμώξεων», ανέφερε.

Κατά την άποψή του, το βασικό εμπόδιο δεν είναι πάντοτε η ελλιπής εκπαίδευση. Είναι το εργασιακό περιβάλλον και η συμπεριφορά που θεωρείται αποδεκτή μέσα σε αυτό.

«Όταν πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε σε ένα περιβάλλον όπου οι κανόνες δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ή όταν βλέπουμε άλλους να τους αγνοούν, μειώνεται το δικό μας κίνητρο να τηρήσουμε όχι μόνο τον συγκεκριμένο κανόνα, αλλά και άλλους κανόνες», εξήγησε.

Πρόκειται, όπως διευκρίνισε, για τη «θεωρία των σπασμένων παραθύρων»: την αντίληψη ότι η ανοχή σε μικρές παραβάσεις μπορεί να ενθαρρύνει τη γενικότερη χαλάρωση της συμμόρφωσης.

Το συμπέρασμά του ήταν ιδιαίτερα σαφές: «Ούτε η εκπαίδευση στην πρόληψη και τον έλεγχο των λοιμώξεων ούτε η ανατροφοδότηση μπορούν να αλλάξουν αυτή την κατάσταση. Μόνο η ισχυρή ηγεσία, σε διοικητικό, ιατρικό και νοσηλευτικό επίπεδο, μπορεί να συμβάλει στην απαραίτητη αλλαγή κουλτούρας», υπογράμμισε.

Κύπρος: Αύξηση στις λοιμώξεις από ανθεκτικά βακτήρια

Τα στοιχεία του ECDC για το 2024, που δημοσιεύθηκαν τον Νοέμβριο του 2025, αποτυπώνουν τη σοβαρότητα της πρόκλησης.

Η εκτιμώμενη επίπτωση λοιμώξεων του αίματος από Klebsiella pneumoniae ανθεκτική στις καρβαπενέμες αυξήθηκε στην Κύπρο από 2,61 περιστατικά ανά 100.000 κατοίκους το 2019 σε 19,81 το 2024. Πρόκειται για αύξηση περίπου 659%.

Την ίδια περίοδο, η αντίστοιχη επίπτωση λοιμώξεων από Escherichia coli ανθεκτικό στις κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς αυξήθηκε από 6,20 σε 19,56 ανά 100.000 κατοίκους, ενώ για τον ανθεκτικό στη μεθικιλλίνη χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο (MRSA) από 6,85 σε 13,63.

Οι αριθμοί αφορούν συγκεκριμένες λοιμώξεις του αίματος και όχι το σύνολο των νοσοκομειακών λοιμώξεων. Δεν αποδεικνύουν, επίσης, ότι η αύξηση οφείλεται σε παραλείψεις εργαζομένων. Αναδεικνύουν, όμως, την ανάγκη για αποτελεσματική διάγνωση, επιτήρηση και πρόληψη.

Τι διαπίστωσε το ECDC για την Κύπρο

Στις 25 Ιουνίου 2026, το ECDC δημοσίευσε έκθεση αξιολόγησης της ετοιμότητας της Κύπρου απέναντι σε απειλές δημόσιας υγείας, έπειτα από επιτόπια επίσκεψη εμπειρογνωμόνων από την 1η έως την 5η Δεκεμβρίου 2025.

Η αξιολόγηση εξέτασε, μεταξύ άλλων, τη μικροβιακή αντοχή και τις λοιμώξεις που συνδέονται με την παροχή υπηρεσιών υγείας.

Στις συστάσεις του περιλαμβάνονται η ενίσχυση των εθνικών σχεδίων δράσης, η ανάπτυξη της επιτήρησης νοσοκομειακών λοιμώξεων και της χρήσης αντιμικροβιακών, η ενίσχυση των μέτρων έναντι πολυανθεκτικών μικροοργανισμών και η εξειδίκευση επαγγελματιών υγείας στην πρόληψη λοιμώξεων.

Μεταξύ των παθογόνων που θα μπορούσαν να εξεταστούν για έναν εθνικό κατάλογο προτεραιότητας αναφέρεται και η Candida auris, ένας μύκητας που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία διεθνώς.

Ερωτηθείς για τα κυριότερα προβλήματα στην Κύπρο, ο καθηγητής απέφυγε να διατυπώσει συνολική αξιολόγηση.

Τόνισε, ωστόσο, ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση των λοιμώξεων προϋποθέτει αξιόπιστη και ταχεία διάγνωση, κατάλληλη θεραπεία και προληπτικά μέτρα.

«Ολόκληρη αυτή η αλυσίδα είναι τόσο ισχυρή όσο ο πιο αδύναμος κρίκος της», σημείωσε.

Το παράδοξο της επιτυχημένης πρόληψης

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές επισημάνσεις του αφορούσε τον κίνδυνο να υπονομεύεται η πρόληψη ακριβώς όταν αποδίδει.

«Όταν κάνουμε καλά τη δουλειά μας, το σύστημα αντιμετωπίζει λιγότερα προβλήματα. Όταν, όμως, τα προβλήματα είναι λίγα ή ανύπαρκτα, ορισμένοι επικεφαλής θεωρούν ότι έχουν βρει μια ευκαιρία να περικόψουν δαπάνες», προειδοποίησε.

Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η πανδημία της COVID-19 απέδειξε πως τα συστήματα υγείας μπορούν να ανταποκριθούν σε μια παγκόσμια απειλή. Το ζητούμενο, ωστόσο, όπως ανέφερε, είναι να διατηρηθούν οι δομές και οι δυνατότητες που αναπτύχθηκαν.

Η ανάγκη αυτή γίνεται μεγαλύτερη καθώς η σύγχρονη ιατρική δημιουργεί νέες προκλήσεις: περισσότεροι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς, πιο σύνθετα ιατρικά εργαλεία και αυξανόμενες απαιτήσεις για περιορισμό του κόστους και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

«Δεν σας λείπουν οι άνθρωποι με γνώσεις»

Για την Κύπρο, ο καθηγητής χαρακτήρισε ενθαρρυντικά τα σχέδια που παρουσιάστηκαν κατά την επίσκεψή του. «Δεν σας λείπουν οι άνθρωποι με γνώσεις και δεξιότητες», επισήμανε.

Κατά την άποψή του, η κυβέρνηση οφείλει να εξασφαλίζει τους απαραίτητους πόρους, αλλά η πραγματική αλλαγή αρχίζει μέσα στις ίδιες τις μονάδες υγείας και επεκτείνεται σταδιακά.

Απέρριψε τη λογική των σαρωτικών εξαγγελιών του τύπου «από αύριο ξεκινάμε μια νέα κουλτούρα», δίνοντας έμφαση στην αναγνώριση των προβλημάτων, στην επένδυση σε συγκεκριμένες λύσεις και στη σταθερή εφαρμογή τους.

Όσο για τα ανθεκτικά μικρόβια, ξεκαθάρισε ότι η πλήρης εξάλειψή τους δεν αποτελεί ρεαλιστικό στόχο. Όπως εξήγησε, είναι δυνατόν να μειωθούν οι λοιμώξεις και να επιβραδυνθεί η μετάδοση νέων απειλών, ώστε να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος στον αγώνα μεταξύ της ανάπτυξης μικροβιακής αντοχής και της προόδου των φαρμακευτικών θεραπειών.

Στο ερώτημα ποιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα χωρίς μεγάλο κόστος, αναφέρθηκε στην υγιεινή των χεριών, στην απομόνωση ασθενών όπου απαιτείται και στην επιτήρηση των λοιμώξεων.

Πάνω από όλα, όμως, έθεσε την ανάγκη διαμόρφωσης μιας κουλτούρας ασφάλειας των ασθενών, στην οποία η πρόληψη και ο έλεγχος των λοιμώξεων θα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής λειτουργίας των νοσοκομείων.

Και όταν καλείται να επιλέξει τις πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις χαμηλού κόστους για ένα μικρό κράτος όπως η Κύπρος, δεν περιορίζεται στην υγιεινή των χεριών, στην απομόνωση ή στην επιτήρηση.

«Πιστεύω ότι το σημαντικότερο είναι η δημιουργία μιας κουλτούρας ασφάλειας των ασθενών, η οποία να περιλαμβάνει τους κανόνες και τα μέτρα πρόληψης και ελέγχου των λοιμώξεων».