Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Λιπαντικά που χρησιμοποιούνται καθημερινά σε συνεργεία αυτοκινήτων, βιομηχανίες και χώρους επεξεργασίας μετάλλων ενδέχεται να συνδέονται με αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης πολλαπλής σκλήρυνσης, γνωστής και ως σκλήρυνσης κατά πλάκας.

Νέα επιστημονική μελέτη από τη Σουηδία διαπιστώνει ότι τα άτομα που είχαν εκτεθεί επαγγελματικά σε λιπαντικά πετρελαϊκής προέλευσης παρουσίαζαν κατά 38% υψηλότερες σχετικές πιθανότητες να έχουν εμφανίσει τη νόσο, συγκριτικά με άτομα που δεν ανέφεραν αντίστοιχη έκθεση.

Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Neurology της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας και προσθέτουν νέα δεδομένα στη διερεύνηση των περιβαλλοντικών και επαγγελματικών παραγόντων που ενδέχεται να σχετίζονται με την ανάπτυξη της νόσου.

Οι επιστήμονες διευκρινίζουν, ωστόσο, ότι η έρευνα δεν αποδεικνύει πως τα συγκεκριμένα λιπαντικά προκαλούν σκλήρυνση κατά πλάκας. Καταγράφει μια στατιστική συσχέτιση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Ποια λιπαντικά εξετάστηκαν

Η ερευνητική ομάδα του Ινστιτούτου Καρολίνσκα στη Στοκχόλμη επικεντρώθηκε σε προϊόντα πετρελαϊκής προέλευσης που χρησιμοποιούνται σε διάφορους επαγγελματικούς χώρους.

Σε αυτά περιλαμβάνονται λάδια κινητήρων, υδραυλικά λάδια, υγρά κοπής και ψύξης μετάλλων, καθώς και λιπαντικά που χρησιμοποιούνται σε εργασίες κατασκευών.

Η έκθεση στα συγκεκριμένα προϊόντα είναι πιθανή σε επαγγέλματα όπως η επισκευή αυτοκινήτων, η συντήρηση μηχανημάτων, η μεταλλουργία και οι κατασκευές.

Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 8.994 άτομα από τη Σουηδία. Από αυτά, 2.872 είχαν διαγνωστεί πρόσφατα με πολλαπλή σκλήρυνση και 6.122 δεν είχαν τη νόσο.

Οι συμμετέχοντες είχαν μέση ηλικία 35 ετών και συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με το επαγγελματικό τους ιστορικό και την πιθανή έκθεσή τους σε λιπαντικά.

Οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσον η έκθεση είχε προηγηθεί της εμφάνισης των πρώτων συμπτωμάτων της νόσου.

Από τους συμμετέχοντες που είχαν διαγνωστεί με πολλαπλή σκλήρυνση, 251 άτομα, ποσοστό 8,7%, ανέφεραν επαγγελματική έκθεση στα συγκεκριμένα λιπαντικά.

Στην ομάδα των ατόμων χωρίς τη νόσο, αντίστοιχη έκθεση ανέφεραν 399 συμμετέχοντες, ποσοστό 6,5%.

Αφού συνυπολόγισαν παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, ο τόπος διαμονής και το κάπνισμα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η επαγγελματική έκθεση συνδεόταν με 38% υψηλότερες σχετικές πιθανότητες πολλαπλής σκλήρυνσης.

Η διάρκεια της έκθεσης φάνηκε επίσης να έχει σημασία. Για κάθε επιπλέον έτος επαγγελματικής έκθεσης, οι σχετικές πιθανότητες αυξάνονταν κατά περίπου 2%, ενώ αντίστοιχη αύξηση καταγράφηκε για κάθε επιπλέον ώρα έκθεσης την εβδομάδα.

Σε ξεχωριστή ανάλυση, οι επιστήμονες εξέτασαν μόνο τα άτομα που είχαν εκτεθεί στα λιπαντικά τουλάχιστον επτά χρόνια πριν από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων.

Στην περίπτωση αυτή, η συσχέτιση ήταν ισχυρότερη, με τις σχετικές πιθανότητες εμφάνισης της νόσου να είναι κατά 55% υψηλότερες.

Τι γίνεται με το κάπνισμα

Η μελέτη έδειξε ότι η σχέση μεταξύ επαγγελματικής έκθεσης σε λιπαντικά και πολλαπλής σκλήρυνσης ήταν ισχυρότερη μεταξύ των καπνιστών, καθώς και σε άτομα με συγκεκριμένα γενετικά χαρακτηριστικά.

Οι ερευνητές εξέτασαν την αλληλεπίδραση της έκθεσης με γενετικούς παράγοντες που έχουν συνδεθεί με αυξημένη ή μειωμένη πιθανότητα εμφάνισης της νόσου.

Σε μια μικρή ομάδα συμμετεχόντων, στην οποία συνυπήρχαν η επαγγελματική έκθεση, το κάπνισμα και συγκεκριμένοι γενετικοί παράγοντες, καταγράφηκαν περισσότερες από 33 φορές υψηλότερες σχετικές πιθανότητες πολλαπλής σκλήρυνσης σε σύγκριση με άτομα χωρίς αυτούς τους παράγοντες.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι το συγκεκριμένο αποτέλεσμα χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η ομάδα περιλάμβανε μόλις 16 ασθενείς και δύο άτομα χωρίς τη νόσο. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση χαρακτηρίζεται από σημαντική αβεβαιότητα.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα

Η πολλαπλή σκλήρυνση είναι μια χρόνια νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος, κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται σε δομές του εγκεφάλου, του νωτιαίου μυελού και των οπτικών νεύρων.

Η εμφάνισή της έχει συνδεθεί με συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, χωρίς να υπάρχει μία και μοναδική αιτία που να εξηγεί όλες τις περιπτώσεις.

Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν την ανάγκη για νέες μελέτες που θα καταγράφουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τη διάρκεια, τη συχνότητα και την ένταση της έκθεσης.

Οι ερευνητές τονίζουν επίσης, ότι τα αποτελέσματα πρέπει να επιβεβαιωθούν και σε άλλους πληθυσμούς, προτού εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα για τον πιθανό ρόλο των συγκεκριμένων ουσιών.