Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΔύο διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, με κοινό στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της αντιμετώπισης του καρκίνου, παρουσιάζουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε κλινικές μελέτες που αφορούν τον καρκίνο του πνεύμονα και της ουροδόχου κύστης.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η χορήγηση στοχευμένων θεραπειών και ανοσοθεραπείας πριν ή και μετά τη χειρουργική επέμβαση μπορεί να ενισχύσει την αντιμετώπιση της νόσου. Ωστόσο, οι δύο μελέτες βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια κλινικής αξιολόγησης και τα αποτελέσματά τους δεν μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμα.
Η πιο πρόσφατη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine και αφορά ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, των οποίων η νόσος μπορούσε να αντιμετωπιστεί χειρουργικά.
Οι ερευνητές εξέτασαν τη χορήγηση του πειραματικού διειδικού αντισώματος ivonescimab, είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, πριν από την επέμβαση. Μετά τη χειρουργική αφαίρεση του όγκου προβλεπόταν συνέχιση της θεραπείας με ivonescimab.
Το φάρμακο δρα ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς. Στοχεύει την πρωτεΐνη PD-1, η οποία σχετίζεται με την καταστολή της ανοσολογικής αντίδρασης έναντι των καρκινικών κυττάρων, και τον παράγοντα VEGF, που συμβάλλει στον σχηματισμό αιμοφόρων αγγείων τα οποία τροφοδοτούν τον όγκο.
Σημαντική υποχώρηση του όγκου πριν από το χειρουργείο
Στη μελέτη φάσης 2 συμμετείχαν συνολικά 90 ασθενείς, κατανεμημένοι σε δύο ομάδες θεραπείας.
Στην ομάδα που έλαβε ivonescimab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, το 70,1% των 67 ασθενών που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση παρουσίασε μείζονα παθολογοανατομική ανταπόκριση.
Αυτό σημαίνει ότι, κατά την εξέταση των ιστών που αφαιρέθηκαν χειρουργικά, διαπιστώθηκε πως είχε απομείνει το πολύ 10% βιώσιμου καρκινικού ιστού.
Ακόμη πιο ενθαρρυντικό είναι ότι στο 50,7% των χειρουργημένων ασθενών της συγκεκριμένης ομάδας καταγράφηκε πλήρης παθολογοανατομική ανταπόκριση, δηλαδή δεν εντοπίστηκαν βιώσιμα καρκινικά κύτταρα στους ιστούς που εξετάστηκαν.
Τα αποτελέσματα αυτά δεν σημαίνουν ότι οι ασθενείς έχουν οριστικά θεραπευτεί. Η πλήρης παθολογοανατομική ανταπόκριση αποτελεί σημαντικό δείκτη αποτελεσματικότητας, αλλά απαιτείται μακροχρόνια παρακολούθηση για να διαπιστωθεί η επίδραση της θεραπείας στις υποτροπές και στην επιβίωση.
Η μελέτη δεν ήταν τυχαιοποιημένη ούτε περιλάμβανε παράλληλη ομάδα καθιερωμένης θεραπείας για άμεση σύγκριση. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι χρειάζονται μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές φάσης 3 προτού εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα.
Καρκίνος ουροδόχου κύστης: Βελτίωση της διετούς επιβίωσης
Η δεύτερη εξέλιξη αφορά ασθενείς με μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης, οι οποίοι δεν μπορούσαν να λάβουν χημειοθεραπεία με σισπλατίνη ή είχαν αρνηθεί τη συγκεκριμένη θεραπεία.
Τα αποτελέσματα προέρχονται από την κλινική μελέτη φάσης 3 VOLGA, στην οποία συμμετείχαν 695 ασθενείς.
Οι ερευνητές εξέτασαν συνδυασμό του ανοσοθεραπευτικού φαρμάκου durvalumab με το enfortumab vedotin, ένα συζευγμένο αντίσωμα-φάρμακο που μεταφέρει αντικαρκινική ουσία σε κύτταρα τα οποία εκφράζουν συγκεκριμένο μοριακό στόχο.
Η θεραπεία χορηγήθηκε πριν από τη χειρουργική αφαίρεση της ουροδόχου κύστης, ενώ μετά την επέμβαση οι ασθενείς συνέχισαν με durvalumab.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που παρουσιάστηκαν στο ευρωπαϊκό ογκολογικό συνέδριο ESMO 2026, η εκτιμώμενη συνολική επιβίωση στα δύο χρόνια ανήλθε στο 78% για τους ασθενείς που έλαβαν τον συνδυασμό, έναντι 69% στην ομάδα σύγκρισης.
Παράλληλα, το ποσοστό των ασθενών που παρέμεναν χωρίς συγκεκριμένο συμβάν σχετικό με την εξέλιξη της νόσου στα δύο χρόνια ήταν 64%, έναντι 45%.
Η ανάλυση έδειξε επίσης μείωση κατά 42% του σχετικού κινδύνου θανάτου στην ομάδα που έλαβε τον συνδυασμό. Το ποσοστό αυτό αφορά σχετική μείωση κινδύνου και δεν πρέπει να συγχέεται με την απόλυτη διαφορά των εννέα ποσοστιαίων μονάδων στη διετή επιβίωση.
Τι σημαίνουν τα αποτελέσματα για τους ασθενείς
Οι δύο μελέτες ενισχύουν την τάση της σύγχρονης ογκολογίας να αξιοποιεί συνδυασμούς θεραπειών γύρω από τη χειρουργική επέμβαση, με στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή καταστροφή των καρκινικών κυττάρων και τον περιορισμό του κινδύνου επανεμφάνισης της νόσου.
Ωστόσο, η μελέτη για τον καρκίνο του πνεύμονα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο αξιολόγησης, ενώ η VOLGA παρέχει ισχυρότερα συγκριτικά δεδομένα λόγω του τυχαιοποιημένου σχεδιασμού της.
Σε κάθε περίπτωση, τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι οι νέοι συνδυασμοί είναι κατάλληλοι για όλους τους ασθενείς ή ότι έχουν εγκριθεί αυτομάτως για χρήση σε κάθε χώρα. Η επιλογή θεραπείας εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της νόσου, την κατάσταση του ασθενούς και τις ισχύουσες θεραπευτικές οδηγίες.