Το Εφετείο αποφάσισε αντί της επανεκδίκασης υπόθεσης θανατηφόρου δυστυχήματος την αθώωση του καταδικασθέντα οδηγού, αφού έλαβε υπόψη ότι ήδη ο κατηγορούμενος είχε σχεδόν εκτίσει ποινή των 2,5 χρόνων φυλάκισης που του επιβλήθηκε.

Η υπόθεση αφορούσε οδική σύγκρουση που σημειώθηκε στις 24 Αυγούστου 2019 στον κύριο δρόμο Καντού – Σουνίου, στην οποία πέρα από τους σοβαρούς τραυματισμούς επιβατών, ένας οδηγός έχασε τη ζωή του.

Όπως τονίζεται στην απόφαση, στο συγκεκριμένο τμήμα δεν υπήρχε φωτισμός, με την ορατότητα να περιορίζεται πρακτικά στην εμβέλεια των προβολέων των οχημάτων, ενώ οι συνθήκες ορατότητας διαφοροποιούνταν και λόγω καμπύλης και κλίσης του δρόμου.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού που εκδίκασε την υπόθεση, είχε κρίνει ένοχο έναν οδηγό για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης και για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή. Τον καταδίκασε σε 2,5 χρόνια φυλάκιση από τις 24 Νοεμβρίου 2023. Ο καταδικασθείς καταχώρησε έφεση μέσω της δικηγόρου Κ. Αρκάδη για το δικηγορικό γραφείο «Μάριος Χαρτζιώτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.».

Η υπόθεση κρίθηκε στη μαρτυρία δύο εμπειρογνωμόνων που εξέτασαν την σκηνή του δυστυχήματος, αφού κανένας από τους εμπλεκόμενους οδηγούς δεν κατέθεσε ότι αντιλήφθηκε οτιδήποτε που να εμπλέκει τον υπό κατηγορία οδηγό, είτε ότι προσπερνούσε ή ότι κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα.

Το Εφετείο σε πρόσφατη απόφασή του, επισήμανε πως δεν υπήρχε άμεση μαρτυρία που να «δείχνει» τον εφεσείοντα να αλλάζει λωρίδα, να επιχειρεί προσπέραση ή να οδηγεί με αυξημένη ταχύτητα με τρόπο που να αποδίδεται τέτοια συμπεριφορά από αυτόπτη μάρτυρα.

Η όλη κρίση του Δικαστηρίου βασίστηκε στις μαρτυρίες του εμπειρογνώμονα της κατηγορούσας Αρχής και του εμπειρογνώμονα της υπεράσπισης. Οι δύο τους παρουσίασαν διαφορετική εκδοχή για την αλληλουχία των συγκρούσεων και υπήρξε αμφισβήτηση για τη μεθοδολογία με την οποία υπολογίστηκε η ταχύτητα του οχήματος του εφεσείοντα.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως καταγράφεται στην απόφαση του Εφετείου, έδωσε βαρύτητα στο ότι ο μάρτυρας υπεράσπισης (εμπειρογνώμονας) δεν επισκέφθηκε ο ίδιος τη σκηνή και βασίστηκε σε φωτογραφίες που είχε εξασφαλίσει τρίτο πρόσωπο και σε φωτογραφίες της Αστυνομίας.

Το Εφετείο κατά την κρίση του, παρατήρησε ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν εξηγεί με τρόπο που μπορεί να ελεγχθεί ποιο μέρος της πραγματικής μαρτυρίας αμφισβήτησε ο μάρτυρας υπεράσπισης, ούτε πως το γεγονός ότι βασίστηκε σε φωτογραφίες επηρεάζει την ουσία και την αξιοπιστία των συμπερασμάτων του. Με απλά λόγια, σημειώνει, ο αναγνώστης της απόφασης δεν μπορεί να δει καθαρά τη διαδρομή της σκέψης που οδήγησε στην απόρριψη της υπεράσπισης.

Περαιτέρω, παρατηρεί ότι οι ισχυρισμοί του μάρτυρα υπεράσπισης δεν εξετάστηκαν ουσιαστικά δίπλα – δίπλα με εκείνους του μάρτυρα κατηγορίας, ώστε το Δικαστήριο, έχοντας δύο ειδικούς που ανακατασκευάζουν (αναπαριστούν) γεγονότα εκ των υστέρων, να σταθμίσει και να αιτιολογήσει γιατί προτιμά τη μία εκδοχή έναντι της άλλης.

«Αντ’ αυτού, κατά την κρίση του Εφετείου, υπήρξε αποδοχή της μιας μαρτυρίας και απόρριψη της άλλης με γενικό και αόριστο τρόπο, αποδίδοντας στον μάρτυρα υπεράσπισης “εικασίες”, τη στιγμή που και οι δύο πλευρές, εκ των πραγμάτων, έκαναν ανακατασκευή με βάση δεδομένα και όχι προσωπική εικόνα του δυστυχήματος».

Τέλος, έκρινε ότι η ετυμηγορία του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ανεπαρκής και επισφαλής και ανέφερε ότι υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να εξεταστεί αν θα διαταχθεί επανεκδίκαση ή αθώωση. Ωστόσο, ο χρόνος που έχει παρέλθει με τον εφεσίοντα  να έχει ήδη σχεδόν εκτίσει την ποινή των 2,5 ετών που του επιβλήθηκε, το Εφετείο έκρινε ότι δεν τίθεται ζήτημα επανεκδίκασης και προχώρησε σε αθώωση και απαλλαγή του.