Είναι ρευματοπαθής και την κάλεσαν σε ιατροσυμβούλιο χωρίς ρευματολόγο. Όταν ζήτησε αλλαγή και παρουσιάστηκε σε ιατροσυμβούλιο στο οποίο συμμετείχε και γιατρός της αρμόδιας ειδικότητας, όπως καταγγέλλει, της «πήραν απλή συνέντευξη», ενώ δεν αξιολογήθηκε η κατάσταση της βάσει απεικονιστικών εξετάσεων στις οποίες είχε υποβληθεί όταν της ζητήθηκε, επειδή, όπως ενημερώθηκε, την είχαν απορρίψει έτσι κι αλλιώς.
Θέμα πρωτοκόλλων, διαδικασιών, σύνθεσης ιατροσυμβουλίων, εκπαίδευσης και γενικότερα νοοτροπιών έναντι ατόμων των οποίων «η αναπηρία εμπίπτει στην κατηγορία των «αοράτων», θέτουν οι οργανωμένοι ασθενείς.
Η καταγγελία της ρευματοπαθούς, η οποία είναι εκπαιδευτικός και χρειάζεται το πράσινο φως για να ενταχθεί στους καταλόγους των ειδικών καταλόγων της εκπαίδευσης, υποβλήθηκε τόσο στο αρμόδιο κρατικό Τμήμα, όσο και στην Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων και την Ομοσπονδία Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου.
«Κατά την αξιολόγηση, η επιτροπή, (ιατροσυμβούλιο), παρέμεινε καθισμένη στο τραπέζι χωρίς να προχωρήσει σε ουσιαστικό έλεγχο της λειτουργικότητας μου. Η διαδικασία περιορίστηκε ουσιαστικά σε μια τυπική συνέντευξη σχετικά με την πάθησή μου. Ειλικρινά αμφιβάλλω κατά πόσο είχαν μελετήσει τον πλήρη ιατρικό φάκελο μου, ο οποίος περιλαμβάνει γνωματεύσεις πολλών γιατρών από το 2016 μέχρι σήμερα», αναφέρει στην καταγγελία της η ασθενής.
Επιπλέον, προσθέτει: «Θα ήθελα να επισημάνω ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα της διαδικασίας. Στην τελευταία μου αξιολόγηση κλήθηκα να παρουσιαστώ στο τμήμα αξιολόγησης στη Λεμεσό. Όταν ρώτησα αν θα υπάρχει δερματολόγος ή ρευματολόγος, μου απαντήθηκε ότι δερματολόγος δεν υπάρχει καθόλου στη διαδικασία αξιολόγησης, ενώ ρευματολόγος υπάρχει μόνο στο κέντρο της Λευκωσίας. Συγκεκριμένα, μου αναφέρθηκε ότι στη Λεμεσό δεν υπάρχει ρευματολόγος και ότι η αξιολόγηση θα γινόταν από ορθοπεδικούς. Τους ενημέρωσα ότι δεν μπορώ να παρουσιαστώ για αξιολόγηση στη Λεμεσό, καθώς η πάθησή μου είναι ρευματολογικής φύσεως. Θεωρώ αυτονόητο ότι η αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται από τον γιατρό της κατάλληλης ειδικότητας».
Κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης, αναφέρεται στην καταγγελία, «μου ζητήθηκε να αποστείλω τυχόν πρόσθετα ιατρικά ή απεικονιστικά στοιχεία, χωρίς, ωστόσο, να τεθεί συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο για την υποβολή τους. Εντός τριών (3) ημερών επικοινώνησα με την αρμόδια λειτουργό και την ενημέρωσα ότι δεν διέθετα άμεσα πρόσφατα απεικονιστικά ευρήματα από τη ρευματολόγο μου. Για τον λόγο αυτό δήλωσα ότι θα προχωρούσα άμεσα στη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας (MRI), ώστε να τεκμηριωθεί αντικειμενικά η ενεργός φάση της νόσου. Περίπου έναν μήνα αργότερα, απέστειλα το αποτέλεσμα της μαγνητικής τομογραφίας, το οποίο επιβεβαίωνε την έξαρση της νόσου. Παρ’ όλα αυτά, ενημερώθηκα ότι το συγκεκριμένο στοιχείο δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, διότι η απόφαση είχε ληφθεί αυθημερόν».
«Πιστεύω ότι ζητώ κάτι απολύτως λογικό και δίκαιο: Μια ουσιαστική και επιστημονικά ορθή αξιολόγηση της κατάστασης μου, με σεβασμό προς τον ασθενή και με τη συμμετοχή των κατάλληλων ειδικών ιατρών. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι η μη εξέταση του συγκεκριμένου στοιχείου δεν επέτρεψε την πλήρη και ουσιαστική αποτύπωση της κατάστασης της υγείας μου κατά τον χρόνο αξιολόγησης», καταλήγει η ασθενής.
Αξίζει να αναφερθεί ότι η συγκεκριμένη εκπαιδευτικός, καταβάλλει προσπάθειες για ένταξη της στους ειδικούς καταλόγους, από το 2016 οπόταν και άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα με την υγεία της.
«Σε περιπτώσεις που αφορούν τέτοιες αναπηρίες, οι οποίες πολλές φορές δεν είναι ούτε ορατές, δυστυχώς υπάρχουν διακρίσεις τις οποίες εντοπίζουμε αρκετά συχνά», ανέφερε στον «Φ» ο επίτιμος πρόεδρος της ΟΣΑΚ, Μάριος Κουλούμας. Δυστυχώς, πρόσθεσε, «εντοπίζουμε προβλήματα και δυσλειτουργίες που αφορούν τη σύσταση των ιατροσυμβουλίων, τα πρωτόκολλα βάσει των οποίων αποφασίζουν αυτά τα ιατροσυμβούλια αλλά και άλλα θέματα εκπαίδευσης και σίγουρα διαδικασιών που θεωρούμε ότι πρέπει να αλλάξουν και να επικαιροποιηθούν».
Όπως «εύκολα γίνεται αντιληπτό, τόσο από αυτή όσο και από άλλες παρόμοιας φύσης περιπτώσεις, υπάρχει μια τρομερή διάκριση εναντίον ανθρώπων που συνεχώς παλεύουν με εξετάσεις και πιστοποιητικά αλλά επανειλημμένα απορρίπτονται, επειδή, ενδεχομένως, τα πρωτόκολλα και οι όροι εντολής να μην ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες και στον σύγχρονο τρόπο αντιμετώπισης των ατόμων με αναπηρίες», πρόσθεσε ο επίτιμος πρόεδρος της ΟΣΑΚ και καταλήγοντας υπέδειξε ότι «αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να εργαστούν. Θέλουν να είναι ενταγμένοι στην αγορά εργασίας. Δεν θέλουν να ζουν με επιδόματα και κρατική στήριξη. Το μόνο που ζητούν είναι να βρίσκονται σε ένα χώρο εργασίας και σε συνθήκες που δεν οξύνουν το πρόβλημα που ήδη τους ταλαιπωρεί».