Πέρασαν σχεδόν πενήντα δύο χρόνια από τον καυτό Αύγουστο του 1974, τον θλιβερό εκείνο μήνα που εγκαταλειμμένοι και προδομένοι αφήσαμε πίσω την πόλη μας, την πάντα αγαπημένη μας Αμμόχωστο, με την εντύπωση ή την ψευδαίσθηση σιγουριάς πως επρόκειτο για κάτι προσωρινό. Έτσι νομίζαμε ή θέλαμε να πιστεύουμε, ζούμε, όμως έκτοτε μια ατελείωτη προσωρινότητα, που ξεπέρασε ήδη τον μισό αιώνα. Η μνήμη, ζωντανή και βασανιστική, δεν παύει να τριγυρνά διαρκώς σε κάθε γωνιά της κατεχόμενης πόλης μας, σε δρόμους, χώρους και κτίσματα, που κουβαλούν πολύτιμα στοιχεία ιστορίας. Ένα απ’ αυτά είναι και το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, στο οποίο είχα τις πρώτες εμπειρίες μου ως νεαρός δικηγόρος. Καταθέτω μια ιστορική αναδρομή για τη δημιουργία και την εξέλιξή του ως θεσμού δικαιοδοτικού οργάνου, αλλά και ως κτηρίου μέσα στο οποίο λειτουργούσε αυτός ο θεσμός.
Αρχή με την άφιξη των Άγγλων στην Κύπρο
Όταν οι Άγγλοι ανέλαβαν τη διοίκηση της Κύπρου το 1878, θέλησαν να εισαγάγουν το δικό τους νομικό σύστημα αλλά και το δικό τους σύστημα διοίκησης και εφαρμογής του Δικαίου με τη δημιουργία Επαρχιακών Δικαστηρίων και Ανώτατου Δικαστηρίου. Θα πρέπει επομένως ν’ ανατρέξουμε σ’ εκείνα τα πρώτα χρόνια της αγγλικής αποικιοκρατικής διοίκησης. Φαίνεται ότι για κάποια μικρή χρονική περίοδο άφησαν λίγο ή πολύ τα πράγματα στον τομέα της Δικαιοσύνης να λειτουργούν ως είχαν επί Οθωμανικής κατοχής της Κύπρου. Η πρώτη πράξη για τη δημιουργία δικαστηρίων στο νησί γίνεται με το νομοθέτημα «The Cyprus Courts of Justice Order» του 1882, που τέθηκε σε ισχύ από τις 7 Φεβρουαρίου 1883. Με την πράξη αυτή δημιουργήθηκαν έξι (6) Επαρχιακά Δικαστήρια, ένα για κάθε επαρχία. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου άρχισε τη λειτουργία του την 1η Μαρτίου 1883, αφού προηγήθηκε η στελέχωσή του. Τα Δικαστήρια ήσαν τριμελή. Προήδρευε Βρετανός και συμμετείχαν δύο μέλη, ένας Χριστιανός και ένας Μουσουλμάνος. Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι αυτό το πρώτο νομοθέτημα των Άγγλων δεν αναφερόταν σε Έλληνα και Τούρκο, αλλά σε Χριστιανό και Μουσουλμάνο, με κριτήρια δηλαδή θρησκευτικά και όχι εθνοτικά. Προφανείς οι λόγοι. Μάλιστα η πρόνοια αυτή ίσχυσε για πολλά χρόνια, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Αλλαγές στη δεκαετία 1920-30
Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, με την οποία καθορίζονται τα νέα σύνορα της Τουρκίας, η Κύπρος εγκαταλείπει το καθεστώς ενοικίασης και τον Μάιο του 1925 ανακηρύσσεται αποικία του Στέμματος. Δύο χρόνια αργότερα, με το Cyprus Court of Justice Order του 1927, τα Επαρχιακά Δικαστήρια περιορίστηκαν σε τρία, με αποτέλεσμα τη λειτουργία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου-Λάρνακας, και για τις δύο επαρχίες. Η σύνθεση του Δικαστηρίου γίνεται πενταμελής, με Πρόεδρο Βρετανό και τέσσερα (4) μέλη, δύο Χριστιανούς και δύο Μουσουλμάνους. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μέχρι το 1935, όταν με νέα νομοθεσία επανήλθε το προηγούμενο σύστημα των έξι Επαρχιακών Δικαστηρίων, οπότε είχαμε και πάλι χωριστό δικαστήριο για την επαρχία Αμμοχώστου. Δεν υπήρχε καθορισμένος αριθμός δικαστών και τα μέλη του δικαστηρίου ορίζονταν από τον Αρχιδικαστή. Διατηρήθηκε αυτό το σύστημα μέχρι το 1960, όταν η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της. Σχετικός είναι ο περί Δικαστηρίων Νόμος αρ. 14/1960.
Εντυπωσιακό τελετουργικό
Θεωρώ πολύ ενδιαφέρον να παραθέσω στο σημείο αυτό, ένα σχετικό με το θέμα απόσπασμα από το βιβλίο της Αγνής Μιχαηλίδου «Το Παλιό Βαρώσι». Περιγράφει με τρόπο γλαφυρό τη λειτουργία του Δικαστηρίου Αμμοχώστου στα χρόνια της Αγγλοκρατίας. Γράφει: «Πρώτο έργο της Αγγλίας ήταν η καλυτέρευση των δικαστηρίων, με τρόπο που νόμος και δικαιοσύνη να πάρουν υπόσταση. Στο Βαρώσι ιδρύθηκε Επαρχιακό Δικαστήριο, που εκδίκαζε όλες τις υποθέσεις. Οι σοβαρές ποινικές υποθέσεις ήταν δουλειά του Κακουργιοδικείου, που συνεδρίαζε σε αραιά διαστήματα. Αποτελείτο δε από τον Αρχιδικαστή και τον Δικηγόρο του Στέμματος, πού ερχόντουσαν από τη Λευκωσία με τον διερμηνέα τους και τους δυο δικαστές του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η πρώτη μέρα της συνεδριάσεως του Κακουργιοδικείου ήταν πολύ θεαματική και εντυπωσιακή. Την ημέρα αυτή από τις εννέα το πρωί άγημα από τριάντα υπαξιωματικούςκαι άνδρες της Αστυνομίας, υπό τις διαταγέςενόςυπαστυνόμουανέμενε σεπαράταξητηνάφιξη τουΑρχιδικαστού στον προ των δικαστηρίων χώρο. Ακριβέστατος πάντα οΆγγλος Αρχιδικαστής έφθανε στην ώρα του καιτονυπεδέχετο ο Αστυνόμος της επαρχίαςμε τη στολή και τα παράσημά του. Εκείνος όμως πούδινε χρώμα και βαρύτητα στην όλη εικόνα ήταν ό ίδιος ο Αρχιδικαστής. Ντυμένος με κόκκινη μακριά δικαστική τήβεννο, γαρνιρισμένη με άσπρη ερμίνα, είχε στο κεφάλι μακριά άσπρη περούκα, πουέπεφτε ίσαμε τούς ώμους του. Αρχιδικαστής και Αστυνόμος προχωρούσαν με αργά βήματα προς το αστυνομικό απόσπασμα, τοοποίο απέδιδε τιμές. Ηόλη τελετή ήταν ζήτημα να κρατούσε δέκα λεπτά. Ηεντύπωσηόμως πουπροκαλούσε ήταν πολύ μεγάλη. Έδινε σ’ όλουςτηναίσθησηότιη δικαιοσύνη ήταν υπεράνωόλων.
Μετά τη σύντομη αυτή τελετή. ο Αρχιδικαστής και ο Αστυνόμος προχωρούσαν στο κτήριο του Δικαστηρίου. Εκεί υπεδέχοντο τον Αρχιδικαστή οιπάρεδροι δικαστές, οΔικηγόρος του Στέμματος και ο διερμηνέας, όλοιμε μαύρη τήβεννο και λευκή κοντή περούκα, που κάλυπτε το κεφάλι ίσαμε τ’ αυτιά. Όλοι μαζί έμπαιναν στην αίθουσα του Δικαστηρίου, όπουκαι άρχιζε κανονικά η δίκη. Ότανδεν υπήρχαν υποθέσεις προς εκδίκαση, εγίνετο μία απλή και επιβλητική τελετή. Ο Εισαγγελέας με λίγα λόγια ανακοίνωνε στο Δικαστήριο ότιτο πινάκιο ήταν λευκόκαι προσέφερε στον Αρχιδικαστή ζεύγος λευκών χειροκτίων (γαντιών). Καιη συνεδρίασις εθεωρείτο λήξασα».
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αυτά ακούγονται σήμερα με κάποια νοσταλγία. Για εποχές που πέρασαν ανεπιστρεπτί. Οι Άγγλοι άφησαν ένα νομικό και δικαστικό σύστημα για το οποίο μόνο ικανοποίηση μπορούμε να νοιώθουμε, οι δε αξίες και το ήθος που δημιούργησαν κρατούν σε μεγάλο βαθμό ώς τα σήμερα.
Οι εξελίξεις μετά το 1960
Ας επιστρέψουμε στα χρόνια της ανεξαρτησίας. Ο νόμος στον οποίο αναφέρθηκα διατήρησε το καθεστώς τού ενός δικαστηρίου για κάθε επαρχία και επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου συνέχισε να λειτουργεί λίγο ή πολύ όπως και πριν. Μ’ έναν πρόεδρο αρχικά και με δικαστές των οποίων ο αριθμός κυμαινόταν ανάλογα με τον όγκο εργασίας του δικαστηρίου, όπως καθόριζε το Ανώτατο Δικαστήριο. Από το 1972 υπήρχε και δεύτερος πρόεδρος. Όταν το 1974 εγκαταλείψαμε την πόλη, Διοικητικός Πρόεδρος του Δικαστηρίου ήταν ο αείμνηστος Λουκής Σαββίδης, πατέρας του νυν Γενικού Εισαγγελέα, και δεύτερος Πρόεδρος ο πρόσφατα αποβιώσας Γεώργιος Πικής. Δικαστές ήταν ο Χρίστος Αρτεμίδης και οι αείμνηστοι Σώτος Δημητρίου, Πέτρος Αρτέμης και Σόλων Νικήτας. Τα δικηγορικά γραφεία ήταν συγκεντρωμένα στους δρόμους γύρω από το δικαστηριακό μέγαρο. Κυρίως στη λεωφόρο Ανεξαρτησίας και στην οδό Μαρίας Συγκλητικής. Αναφέρω ενδεικτικά κάποια από τα παλιά δικηγορικά γραφεία. Νικόλας Αντωνίου, Ανδρέας Πούγιουρος, Μιχαήλ Μοντάνιος, Ιάσων Κανικλίδης, Νίκος Ζωμενής, Ανδρέας Μιχαηλίδης.


Όταν την αποφράδα μέρα του Αυγούστου του 1974 εγκαταλείψαμε την πόλη, το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου έπαψε να λειτουργεί. Ένα μήνα μετά, τον Σεπτέμβριο του 1974, άρχισε να λειτουργεί στη Λάρνακα και να εκδικάζει υποθέσεις, αστικές και ποινικές, για τις οποίες θα είχε αρμοδιότητα αν είχαμε παραμείνει στην πόλη. Ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου το συνεδριάζον εν Λάρνακι, κατά την καθαρεύουσα της εποχής. Κάποιες ποινικές υποθέσεις εκδικάζονταν στο πλησιέστερο προς την πόλη μας Παραλίμνι, ώστε να υπάρχει μία συνέχεια. Μία φορά την εβδομάδα ένας των Επαρχιακών Δικαστών οι οποίοι είχαν την έδρα τους στη Λάρνακα, μετέβαινε στο Παραλίμνι για εκδίκαση αυτών των υποθέσεων. Από το 2022, το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου λειτουργεί και συνεδριάζει στο Παραλίμνι για το σύνολο των υποθέσεων, αστικών και ποινικών, οι οποίες εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στεγάζεται σήμερα σε νεόκτιστο, ωραίο κτήριο στο Παραλίμνι.

Το κτίριο του Εμφιετζή, τα Κωμοδικεία και το κτίριο της λ. Ανεξαρτησίας …
Ας παρακολουθήσουμε όμως ιστορικά την πορεία του δικαστηρίου στους χώρους όπου στεγάσθηκε μέχρι να φθάσει στο δικαστικό μέγαρο στο Παραλίμνι. Στο βιβλίο τού Μιχαήλ Κούμα «Τα παλιά Βαρώσια και η παλιά Αμμόχωστος» αναφέρεται ότι «Τα Δικαστήρια ευρίσκοντο εις μέγα παλαιό κτήριο του Εμφιετζή κατά την οδόν Δημαρχίας, το οποίο τώρα κατεδαφίσθη υπό του Δήμου».
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτός ήταν ο χώρος όπου αρχικά στεγάσθηκε το δικαστήριο. Είναι γνωστόν ότι για πολλά χρόνια τα Δικαστήρια Αμμοχώστου στεγάζονταν σ’ ένα χαρακτηριστικό αποικιακό πετρόκτιστο κτήριο, το οποίο βρισκόταν στη λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου Ε΄, η οποία μετονομάστηκε σε λεωφόρο Ανεξαρτησίας με τη λήξη της αποικιοκρατίας. Στο ίδιο κτήριο στεγάζονταν τα γραφεία της Επαρχιακής Διοίκησης και το Κτηματολόγιο. Υπολογίζεται ότι αυτό το κτήριο ανεγέρθη στις αρχές του εικοστού αιώνα. Τα Δικαστήρια συνέχισαν να στεγάζονται σ’ αυτό το κτήριο μέχρι το 1970, όταν μεταστεγάσθηκαν στο νέο σύγχρονο και καλαίσθητο δικαστικό μέγαρο, το πρώτο του είδους στην Κύπρο. Βρισκόταν στη λεωφόρο Ανεξαρτησίας, πολύ πλησίον του παλαιού κτηρίου. Δυστυχώς στεγάζονται εκεί σήμερα τα Επαρχιακά Δικαστήρια της παράνομης τουρκοκυπριακής διοίκησης.

Το παλαιότερο αποικιακό κτήριο βομβαρδίσθηκε τον Αύγουστο του 1974 και καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς. Παραμένουν όρθιοι μόνο κάποιοι τοίχοι γυμνοί. Είχα κάποια πληροφορία ήδη από τότε που ήμασταν στην Αμμόχωστο, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου συνεδρίαζε για μη σοβαρές ποινικές υποθέσεις στη Γιαλούσα. Προσπάθησα να το βεβαιώσω. Μίλησα μεταξύ άλλων με τον δικηγόρο Ανδρέα Ποιητή, ο οποίος είναι λίγο πιο παλιός στο επάγγελμα από μένα. Μου έδωσε την πληροφορία ότι όντως το δικαστήριο συνεδρίαζε απ’ ό,τι γνώριζε περιοδικά ανά τριμηνία, τόσο στην Γιαλούσα όσο και στο Λευκόνοικο. Μάλιστα ο ίδιος εμφανίσθηκε μία φορά γύρω στο 1970, όταν το Δικαστήριο συνεδρίαζε στο Λευκόνοικο. Έκτοτε, όπως μου ανέφερε, δεν αντιλήφθηκε να υπήρξαν άλλες συνεδρίες του δικαστηρίου, είτε στο Λευκόνοικο, είτε στη Γιαλούσα. Μάλιστα μού περιέγραψε ότι δεν υπήρχε κατάλληλος χώρος για τις συνεδρίες του Δικαστηρίου και αυτό γινόταν σε κάπως πρωτόγονες συνθήκες. Μία άλλη σχετική πληροφορία ήρθε κοντά μου από τον Ηλία Παντελίδη στη βάση όσων περιέχονται στην ιστοσελίδα περί Αιγιαλούσης. Αναφέρεται ότι ήδη από το 1882, δηλαδή με την ίδρυση δικαστηρίων στην Κύπρο, άρχισαν να λειτουργούν στην Καρπασία δύο, που τότε εκαλούντο Κωμοδικεία. Ένα στο Λευκόνοικο και ένα στη Γιαλούσα. Εκεί επομένως ανάγεται η περιοδική λειτουργία για περιορισμένο αριθμό υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στις πιο πάνω δύο κωμοπόλεις.
Αναφορικά με συνεδρίες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου εκτός της έδρας του, για σκοπούς ιστορικής πληρότητας, αξίζει να αναφερθούμε και σε μία ιδιότυπη δίκη, η οποία έλαβε χώρα στο Τρίκωμο, τον Δεκέμβριο του 1891. Αφορούσε μία πολιτικά ευαίσθητη για την τότε εποχή υπόθεση, την οποία η αγγλική διοίκηση, για αποφυγή επεισοδίων, θεώρησε ασφαλέστερο να πραγματοποιηθεί στο Τρίκωμο, το οποίο ήταν τότε από τα μεγαλοχώρια της επαρχίας. Το Δικαστήριο λειτούργησε ουσιαστικά σαν εκλογοδικείο. Αφορούσε αγωγή την οποία ο αποτυχών υποψήφιος για θέση βουλευτή στο Νομοθετικό Συμβούλιο ήγειρε εναντίον των δύο εκλεγέντων μελών του Συμβουλίου για την Επαρχία Αμμοχώστου. Οι εκλογές είχαν λάβει χώρα τον Οκτώβριο του χρόνου εκείνου. Ενάγων ήταν ο τότε διοικητής Αμμοχώστου, λοχαγός Άρθουρ Γιάγκ, και εναγόμενοι οι δύο επιτυχόντες, Λιασίδης και Σιακαλλής. Η δίκη κράτησε πολλές μέρες και στο τέλος ο Άγγλος δικαστής ακύρωσε τις εκλογές. Το Δικαστήριο συνεδρίασε σ’ ένα από τα μεγάλα σπίτια του Τρικώμου. Δεν πραγματοποιήθηκε έκτοτε άλλη δίκη στο Τρίκωμο.
«Σύντυσιε γλώσσα μου. Εν καταλάβω τούτα που λαλείς»…
Ήρθα για πρώτη φορά σ’ επαφή με το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις αρχές του 1971, όταν γράφτηκα ως ασκούμενος δικηγόρος. Άρχισα να εργάζομαι ως αδειούχος δικηγόρος περί τον Οκτώβριο του 1972. Δεν πρόλαβα να ζήσω το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, παρά μόνο για μικρή περίοδο, γι’ αυτό δεν έχω πολλές αναμνήσεις. Ως ασκούμενος δικηγόρος μού έκανε εντύπωση μία ποινική υπόθεση που έτυχε να παρακολουθήσω και την αναφέρω σε συντομία, επειδή θεωρώ ότι όσα άκουσα αγγίζουν την τραγωδία του τόπου μας. Αφορούσε κατηγορίες σχετικά με ναρκωτικά. Κύρια μάρτυς κατηγορίας ήταν μία νεαρή Τουρκοκύπρια από τη Γαληνόπορνη. Για τον λόγο αυτό υπήρχε στο δικαστήριο διερμηνέας για να μεταφράζει από τα τουρκικά στα ελληνικά και αντίστροφα. Ο διερμηνέας απευθύνθηκε σε εκείνη στα τουρκικά δείχνοντάς της το κοράνι για να ορκιστεί. Με μία προφανή αμηχανία η Τουρκοκύπρια του απαντά: «Σύντυσιε γλώσσα μου. Εν καταλάβω τούτα που λαλείς». Στη συνέχεια έδωσε τη μαρτυρία της στην κυπριακή διάλεκτο. Ήταν μουσουλμάνα αλλά δεν γνώριζε τούρκικα, όπως χιλιάδες άλλοι Τουρκοκύπριοι. Αυτούς τους ανθρώπους καταφέραμε να τους ρίξουμε στις αγκάλες της Τουρκίας!
Καταλήγω με κάτι όχι δικαστικό, σχετικό όμως με όσα αφηγήθηκα πιο πάνω. Δεν θα ξεχάσω όσα ο σπουδαίος άνθρωπος των γραμμάτων Κυριάκος Χατζηιωάννου ανέφερε σε μία διάλεξή του στη Λάρνακα, λίγους μήνες μετά την εισβολή. Η Τουρκία, είπε, δεν θεωρεί τους Τουρκοκύπριους γνήσιους Τούρκους και, επειδή ζούσαν διασκορπισμένοι σ’ όλη την Κύπρο και συμβίωναν αρμονικά με τους Ελληνοκύπριους για πολλά χρόνια, ήταν δύσκολο να τους εκτουρκίσει. Ένας στόχος της εισβολής και της διχοτόμησης ήταν να τους μετατρέψει από μουσουλμάνους σε Τούρκους. Υπενθυμίζω αυτό που ανέφερα στην αρχή: Οι Βρεττανοί δεν διόριζαν και δεν έκαναν διαχωρισμό μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων δικαστών, αλλά μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων.
*Ο Γιώργος Αρέστης είναι πρώην δικαστής του ΑνωτάτουΔικαστηρίου Κύπρου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Το κείμενο αυτό κατατέθηκε από τον γράφοντα ως ομιλία, στο πλαίσιο Διήμερου Συνεδρίου για την Αμμόχωστο, που πραγματοποιήθηκε στη Λεμεσόσ τις 7 Μαρτίου 2026.)
