Έκθεση-καταπέλτης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας για τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού και τον έλεγχο που ασκεί στις αθλητικές Ομοσπονδίες, δόθηκε στη δημοσιότητα.

Ο έλεγχος της αρμόδιας υπηρεσίας της Δημοκρατίας καλύπτει την περίοδο μεταξύ 2024 και Αυγούστου 2025, αναδεικνύοντας ότι ο ΚΟΑ στην ουσία δεν ασκεί αποτελεσματικά έλεγχο στους αθλητικούς φορείς που επιχορηγεί, δεν τηρεί μητρώο καταγγελιών που γίνονται και γενικά αδυνατεί να εποπτεύσει τις Ομοσπονδίες και να τους επιβάλει μέτρα συμμόρφωσης.

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τα αποτελέσματα του ελέγχου που προσυπογράφονται από τον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας, Ανδρέα Παπακωνσταντίνου, να είναι η υποχρέωση των Ομοσπονδιών να καταθέσουν ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση, τον Σεπτέμβριο του 2024, οπότε έληγε σχετική προθεσμία, 78 από τις 85 Ομοσπονδίες δεν είχαν φροντίσει να καταθέσουν στον ΚΟΑ τις οικονομικές τους καταστάσεις για το 2023. Παρ΄ όλα αυτά ο ΚΟΑ δεν επέβαλε καμία ποινή στις ασυνεπείς Ομοσπονδίες.

Άλλα είπε ο ΚΟΑ

Επιπλέον, αφήνεται να νοηθεί ότι ο ΚΟΑ παραπληροφόρησε την Ελεγκτική Υπηρεσία. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι ενώ 8,2% του συνόλου των Ομοσπονδιών παρέλειψε να υποβάλει τις οικονομικές καταστάσεις εντός του χρονοδιαγράμματος δεν υπήρξε καμία επίπτωση γι΄ αυτές.

Και προστίθεται στα συμπεράσματα του ελέγχου: «Διαπιστώθηκε ότι δεν επιβλήθηκαν ποινές σε όσες δεν τήρησαν το χρονοδιάγραμμα υποβολής τους,  καθώς δεν υπήρχε τέτοια πρόνοια στον Οδηγό Αποδέσμευσης Επιχορηγήσεων του έτους 2024. Ωστόσο, όπως μας πληροφόρησε ο ΚΟΑ στην απαντητική επιστολή του ημερ. 13.3.2026, καμία  Ομοσπονδία δεν επιχορηγείται εάν δεν έχει υποβάλει τις οικονομικές καταστάσεις του προηγούμενου  οικονομικού έτους».

Αρνητικό παράδειγμα η ΚΟΠ

Η έκθεση, αν και περιέχει ήπιες αναφορές και είναι ισορροπημένη, εντούτοις καταρρίπτει πανηγυρικά τα περί αυτοδιοίκητου της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει καν ένα ισορροπημένο πλαίσιο εποπτείας σε σχέση με την ανώτατη αρχή του δημοφιλέστερου σπορ.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία παρουσιάζει την ΚΟΠ ως το πιο ενδεικτικό αρνητικό παράδειγμα «έλλειψης επαρκούς λογοδοσίας» και της αφιερώνει αρκετές αράδες εντός ενός γκρίζου πλαισίου για να υπερτονίσει τις επισημάνσεις της.

Αποδομώντας τις θέσεις περί αυτοδιοίκητου, η Ελεγκτική επισημαίνει: «Ως Υπηρεσία αναγνωρίζουμε ότι η Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου λειτουργεί στο πλαίσιο της  αυτονομίας λόγω υποχρεώσεων προς FIFA και την UEFA και αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να διατηρηθεί. Όμως θεωρούμε γενικότερα ότι υπάρχει μια παρεξηγημένη ερμηνεία των όρων «ανεξαρτησία» και «ελέγχου/ λογοδοσίας» η οποία οδηγεί στην λανθασμένη εντύπωση ότι τα δύο (ανεξαρτησία και έλεγχος) δεν μπορούν σε κάποιο βαθμό να συνυπάρξουν».

Πριν η Ελεγκτική Υπηρεσία καταλήξει στην πιο πάνω αναφορά απαρίθμησε τις παροχές του κράτους προς την ποδοσφαιρική Ομοσπονδία:

>> Η σχέση κράτους και ΚΟΠ (και κυρίως ποδοσφαιρικών σωματείων) χαρακτηρίζεται ως πολυεπίπεδη.

>> Το κράτος ενισχύει τα ποδοσφαιρικά σωματεία όπως μεταξύ άλλων χρηματοδότηση σωματείων,

>> χρηματοδότηση από τα έσοδα του στοιχήματος, χρηματοδότηση κρατικών αθλητικών εγκαταστάσεων

>> παροχή αθλητικών εγκαταστάσεων, ειδικές χορηγίες για προσφυγικά σωματεία. 

>> Επιπρόσθετα, πέραν της οικονομικής πτυχής το κράτος συστηματικά παρέχει υπηρεσίες που αφορούν τα σωματεία π.χ. αστυνόμευση των ποδοσφαιρικών αγώνων, κάτι που σημαίνει δημόσια οικονομική  επιβάρυνση αλλά και δέσμευση σημαντικών πόρων ανθρώπινου δυναμικού το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στις πολλαπλές άλλες ανάγκες του κράτους.

>> Επιπλέον, η διαχρονική συσσώρευση φορολογικών και άλλων οφειλών ποδοσφαιρικών σωματείων και  εταιρειών προς το κράτος καθώς και η επανειλημμένη εφαρμογή σχεδίων αποπληρωμής ή άλλων  διευκολύνσεων, καταδεικνύουν την ύπαρξη ζητημάτων που υπερβαίνουν τα στενά όρια της αθλητικής διακυβέρνησης και επηρεάζουν άμεσα τα δημόσια οικονομικά.

Βέβαια, στην έκθεση δεν παραγνωρίζεται ότι το «κράτος έχει οικονομικά οφέλη λόγω ποδοσφαίρου, από φορολογικά έσοδα,  έσοδα από το στοίχημα, τουρισμό και προβολή της χώρας, ανάπτυξη αθλητισμού μέσω ακαδημιών». Ωστόσο, προστίθεται ότι «Με  δεδομένη αυτή την πολυεπίπεδη σχέση ανακύπτει κατά την άποψη μας ζήτημα επάρκειας του υφιστάμενου πλαισίου ελέγχου και λογοδοσίας».

Πολιτικοποιημένο

Για την κατάσταση στο ποδόσφαιρο η Ελεγκτική επιρρίπτει ευθύνες στο κράτος και στη διαχρονική σχέση πολιτικών προσώπων με το άθλημα. Γίνεται ξεκάθαρα λόγος για «πολιτικοποίηση του ποδοσφαίρου», που, όμως, «επιτείνει την ανάγκη υιοθέτησης ενισχυμένων ασφαλιστικών δικλίδων».

Για την ΚΟΠ καταλήγει σημειώνοντας ότι «όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς αναγνωρίζοντας τις νέες απαιτήσεις της κοινωνίας για διαφάνεια, λογοδοσία και χρηστή διοίκηση απαιτείται να επανεξετάσουν την εφαρμογή ενός νέου εκσυγχρονισμένου πλαισίου χρηστής διοίκησης όπου από τη μια να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των ομοσπονδιών (όταν απαιτείται από διεθνείς ομοσπονδίες) και από την άλλη να υπάρχει σεβασμός και σύμπλευση με τις εθνικές προτεραιότητες και στρατηγικές για ανάπτυξη και προώθηση του αθλητισμού και παράλληλα να ενισχυθεί η δημόσια εμπιστοσύνη».

Οι τρεις Ομοσπονδίες

Καταγράφονται και περιπτώσεις τουλάχιστον τριών Ομοσπονδιών, για τις οποίες διαφάνηκε:

>> Ύπαρξη φαινομένων διαφθοράς, όπως σύγκρουση συμφέροντος προέδρου αθλητικού φορέα, φερόμενου ασυμβίβαστου, εκμετάλλευση αθλητών και περιουσίας του κράτους, αλλά και παράτυπης συμμετοχής διαγεγραμμένων σωματείων σε Γενική Συνέλευση Ομοσπονδίας.

Μάλιστα, όπως αναφέρεται λεπτομερώς, παρόλο που η Επιτροπή Δεοντολογίας και Προστασίας Αθλητισμού διεξήγαγε έρευνες για τα προαναφερθέντα φαινόμενα, στη μια, μάλιστα, περίπτωση με παρέμβαση του ίδιου του ΚΟΑ, δεν υπήρξε αποφασιστικότητα για ενέργειες που να αποτρέπουν την ύπαρξη αρνητικών φαινομένων.

Γίινεται λόγος και για άλλα φαινόμενα, όπως αδυναμία αγωνιστικού ελέγχου των Ομοσπονδιών και απουσία κριτηρίων για επιχορηγήσεις

Υπάρχει αναφορά και για το παρατεταμένο κενό στη θέση του Γενικού Διευθυντή του ΚΟΑ, που «ενδέχεται να δημιούργησε κενά στη διοίκηση  του Οργανισμού, επηρεάζοντας την εύρυθμη λειτουργία του».