Το συμφέρον των παιδιών και η ανάγκη διατήρησης ουσιαστικής σχέσης με τον πατέρα βρέθηκαν στο επίκεντρο δικαστικής διαμάχης που έφθασε μέχρι το Εφετείο. Με ομόφωνη απόφασή του, το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση μητέρας δύο ανήλικων παιδιών και διατήρησε σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που προβλέπει διευρυμένη επικοινωνία και διανυκτερεύσεις με τον πατέρα, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη κρίση και ότι η ρύθμιση εξυπηρετεί το συμφέρον των ανηλίκων.

Η υπόθεση αφορούσε διάδικους, οι οποίοι βρίσκονται σε διάσταση και έχουν δύο ανήλικα παιδιά, γεννηθέντα το 2020 και το 2021. Ο πατέρας είχε καταχωρίσει αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, ζητώντας ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τα τέκνα του, ενώ στη συνέχεια καταχωρίστηκε και μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το πρωτόδικο δικαστήριο, τον Ιούλιο του 2025, είχε κρίνει ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 και είχε εκδώσει διάταγμα που προέβλεπε εκτεταμένο πρόγραμμα διανυκτερεύσεων και επικοινωνίας.

Η μητέρα προσέβαλε την απόφαση με έξι λόγους έφεσης, προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο στηρίχθηκε σε παρωχημένα δεδομένα του 2024, καθώς και ότι αγνόησε μεταγενέστερες εξελίξεις όπως αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος του ενός παιδιού και δυσκολίες στην εφαρμογή του διατάγματος. Επιπλέον, υποστήριξε ότι εσφαλμένα αξιολογήθηκε η συνέντευξη του ανήλικου τέκνου και ότι δεν λήφθηκε υπόψη η άποψη ειδικής παιδοψυχολόγου που παρακολουθούσε τα παιδιά.

Το Εφετείο, με ομόφωνη απόφαση έκρινε ότι οι λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν και ότι το πρωτόδικο δικαστήριο κινήθηκε εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.

Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί καθυστέρησης και μεταβολής των δεδομένων, το Εφετείο επεσήμανε ότι η εξέταση των ενδιάμεσων αιτήσεων γίνεται με βάση το υλικό που τίθεται ενόρκως ενώπιον του δικαστηρίου, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Τόνισε ότι δεν είχε κατατεθεί συμπληρωματική μαρτυρία από την εφεσείουσα για τα μεταγενέστερα γεγονότα, ώστε αυτά να μπορούν να ληφθούν υπόψη και ότι η όποια καθυστέρηση δεν οδηγεί αυτομάτως σε ακύρωση του διατάγματος.

Αναφορικά με την ουσία του διατάγματος επικοινωνίας, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά διαπίστωσε πως υπήρχε κίνδυνος αποξένωσης των παιδιών από τον πατέρα, λόγω της έντασης μεταξύ των γονέων και των αντικρουόμενων θέσεων ως προς τη συχνότητα και το εύρος της επικοινωνίας. Υπογράμμισε ότι σε υποθέσεις γονικής μέριμνας και επικοινωνίας το κριτήριο είναι αποκλειστικά το συμφέρον των ανηλίκων, όπως αυτό προβλέπεται και από τη νομοθεσία για τις σχέσεις γονέων και τέκνων.

Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι η συνέντευξη του μεγαλύτερου παιδιού αξιοποιήθηκε με λανθασμένο τρόπο. Έκρινε ότι, παρότι το παιδί μικρής ηλικίας δεν είχε πλήρη ωριμότητα, το πρωτόδικο δικαστήριο συνεκτίμησε ορθά τη γενική εικόνα που προέκυπτε, χωρίς να αποδώσει καθοριστική βαρύτητα στη γνώμη του ανηλίκου.

Όσον αφορά την επίκληση της γνωμάτευσης παιδοψυχολόγου, το Εφετείο σημείωσε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου επίσημη έκθεση ή ένορκη δήλωση ειδικού, παρά μόνο σχετικός ισχυρισμός της μητέρας, γεγονός που δεν επέτρεπε διαφορετική αξιολόγηση.

Τέλος, απορρίφθηκε και ο λόγος έφεσης που αφορούσε τα δικαστικά έξοδα, με το Εφετείο να υπενθυμίζει ότι η επιδίκαση εξόδων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου και, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα της διαδικασίας.

Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την έφεση στο σύνολό της, επιδικάζοντας έξοδα υπέρ του εφεσίβλητου.