Η υπογραφή διοικητικής συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), στο πλαίσιο εκδήλωσης στη Λεμεσό την περασμένη Τρίτη, χαρακτηρίζεται από κύκλους με εμπειρογνωμοσύνη ως μια εξέλιξη που θα έχει ουσιαστικό αντίκρισμα.

Η Κύπρος είναι το 6ο από τα 27 κράτη-μέλη που έχει υπογράψει τη διοικητική αυτή συμφωνία, γεγονός που ερμηνεύεται ως απτή απόδειξη πως η Κυπριακή Δημοκρατία έχει βούληση για καταπολέμηση αρνητικών φαινομένων.

Ωστόσο, η προσυπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού την περασμένη Τρίτη με την OLAF στη Λεμεσό σημαίνει πολύ περισσότερα, βάσει των όσων δήλωσε χθες στον «Φ» η Έφορος Εταιρειών κ. Ειρήνη Μυλωνά Χρυσοστόμου.

Μετά από ερώτημά μας μάς παρέπεμψε στην ομιλία που έκανε την περασμένη Τρίτη, τονίζοντας ότι αυτή η συμφωνία «ενισχύει περαιτέρω το εθνικό σύστημα πρόληψης και καταπολέμησης της απάτης και παράλληλα, επιβεβαιώνει τη σταθερή προσήλωση της Κυπριακής Δημοκρατίας στις αρχές της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της χρηστής διοίκησης».¨

«Αποτελεσματική πρόσβαση»

Η επικεφαλής του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας, έγινε πιο συγκεκριμένη στη συνέχεια και εξήγησε πώς μεταφράζεται στην πράξη η εν λόγω συμφωνία, λέγοντας ότι πλέον η OLAF θα έχει «ασφαλή και αποτελεσματική πρόσβαση σε πληροφορίες που τηρούνται στα μητρώα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, αφορά την πρόσβαση στο Μητρώο Επιχειρηματικών Οντοτήτων, καθώς και στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων εταιρειών και άλλων νομικών οντοτήτων».

Σε άλλο σημείο, η Έφορος Εταιρειών, ανέφερε: «Η δυνατότητα αξιοποίησης έγκαιρων και αξιόπιστων πληροφοριών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική διερεύνηση σύνθετων υποθέσεων απάτης, διαφθοράς, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και κατάχρησης ευρωπαϊκών πόρων. Η πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα ενισχύει τόσο το έργο της OLAF όσο και τις δυνατότητες των εθνικών αρχών που συνεργάζονται στο πλαίσιο του AFCOS».

Ο Εθνικός Φορέας

Στην ομιλία της την περασμένη Τρίτη στη Λεμεσό, η κ. Ειρήνη Μυλωνά Χρυσοστόμου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί μια μεμονωμένη πρωτοβουλία».

Εξήγησε ότι «εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας των αρμόδιων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας που συμμετέχουν στο AFCOS Κύπρου, τον εθνικό μηχανισμό συντονισμού για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέσα από το AFCOS, οι εθνικές αρχές λειτουργούν συντονισμένα, ανταλλάσσοντας πληροφορίες, τεχνογνωσία και βέλτιστες πρακτικές, με στόχο την αποτελεσματικότερη πρόληψη, ανίχνευση και διερεύνηση περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών».

Σημειώνεται πως το AFCOS, είναι ο Συντονιστικός Φορέας για την Καταπολέμηση της Απάτης. Πρόκειται για τον εθνικό φορέα που κάθε κράτος μέλος της ΕΕ οφείλει να ορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 12α του Κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 883/2013, ώστε να διασφαλίζει την αποτελεσματική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Πρόεδρος του AFCOS Κύπρου είναι ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας, Ανδρέας Αντωνιάδης.

Το 2ο τεχνικό εργαστήριο

Η υπογραφή της συμφωνίας έγινε στο πλαίσιο του 2ου Τεχνικού Εργαστηρίου για τα Ψηφιακά Εργαλεία Καταπολέμησης της Απάτης που πραγματοποιήθηκε στη Λεμεσό (22-24/6). Η εκδήλωση είχε ως οικοδεσπότες την OLAF και τον Εθνικό Συντονιστικό Φορέα για την Καταπολέμηση της Απάτης κατά των Συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (AFCOS Κύπρου). Συμμετείχαν σχεδόν 100 ειδικοί στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), τη Europol, τη Eurojust, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ECA) και την OLAF. Το εργαστήριο υποστηρίχθηκε από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας.

Στις ομιλίες τους ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας και Πρόεδρος του AFCOS Κύπρου κ. Ανδρέας Αντωνιάδης και ο Γενικός Διευθυντής της OLAF κ. Petr Klement, εστίασαν στη σημασία που έχουν τα ψηφιακά εργαλεία καταπολέμησης της απάτης. Ο κ. Αντωνιάδης ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «είναι μέσο για καλύτερη πρόληψη, έγκαιρη ανίχνευση, ισχυρότερη υποστήριξη των ερευνών και πιο αξιόπιστη διασφάλιση ότι τα δημόσια και ευρωπαϊκά κονδύλια προστατεύονται αποτελεσματικά».