Μια αυτοκρατορία που έχει τα θεμέλια της σε μια πολύτεκνη οικογένεια στον Καραβά, έχτισε ο μεγαλοεπιχειρηματίας Νίκος Σιακόλας, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 99 ετών. Καταλύτης για την λαμπρή πορεία που χάραξε στον επιχειρηματικό κόσμο, υπήρξε ο κλινήρης παππούς του και επίσης έμπορος, με τον οποίο δημιούργησαν ένα ισχυρό δεσμό όσο του κρατούσε συντροφιά ως παιδί.
Ο Νικός Σιακόλας γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1927, στον Καραβά και ήταν ο μικρότερος γιος, ανάμεσα σε οκτώ παιδιά, της οικογένειας του Κυπριανού Σιακόλα.
Επρόκειτο για μια τυπική αγροτική οικογένεια στην οποία σπουδαίο και κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτιζε η μητέρα του. Μια γυναίκα που κάθονταν στο τραπέζι για φαγητό, αλλά έπρεπε πρώτα να φάνε τα παιδιά της και ύστερα εκείνη. Ο πατέρας του Νίκου Σιακόλα, ήταν άνθρωπος του μόχθου και δούλευε πολλές ώρες ως μικροεργολάβος.

Ο μικρός, τότε, Νίκος Σιακόλας, περνούσε πολλές ώρες με τον παππού του, ο οποίος λόγω ενός ατυχήματος είχε για χρόνια καθηλωθεί στο κρεβάτι. Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο, ήταν ιδιαίτερα σημαντικός και ο δεσμός ισχυρός.
Ο παππούς του, που υπήρξε έμπορος, έγινε για τον Νίκο Σιακόλα καταλύτης. Η κουβέντα που του έλεγε «για πράττε, για μετάπραττε, για πού την Τζύπρο λείπε», τον επηρέασε και στη μετέπειτα ζωή του. Μάλιστα, ο παππούς του Νίκου Σιακόλα, ήταν και ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε πως μια μέρα θα γινόταν μεγάλος έμπορος και διέκρινε από την εμπειρία που είχε στον κλάδο, την κλίση του εγγονού του.

Εκπαίδευση και σπουδές
Στην εφηβεία του, όταν φοιτούσε στην Εμπορική Σχολή Σαμουήλ στη Λευκωσία, κάνοντας αίτηση για το πρώτο του δάνειο, μεταξύ 2,5 και 5 λιρών. Ο στόχος του ήταν να αποκτήσει ένα αμαξάκι ώστε να πουλά μικροπράγματα στην Ερμού, στην Ονασαγόρου και στη Λήδρας. Αν και τότε είχε εισόδημα καθώς εργαζόταν σε καταστήματα στη Λευκωσία, ο Νίκος Σιακόλας ήθελε να ανεξαρτητοποιηθεί και είχε τη φιλοδοξία να ξεκινήσει μια δική του δουλειά.
Εκείνο το δάνειο δεν το πήρε ποτέ, μιας και τον απέτρεψαν οι γονείς του, κρίνοντας πως ήταν μικρό παλικαράκι. Όμως ήταν εργατικός και έτσι τα καλοκαίρια δούλευε με τον πατέρα του στις οικοδομές, γνωρίζοντας πως η σκληρή δουλειά και η συνεχής προσπάθεια είναι τα απαραίτητα συστατικά της επιτυχίας. Ο πατέρας του Νίκου Σιακόλα, ονειρεύονταν τον γιο του ως δικηγόρο ή και τραπεζίτη, όμως τον ίδιο τον έλκυε το εμπόριο.
Τα σχέδια του κ. Σιακόλα, διαταράχθηκαν λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καθώς δεν έφυγε από την Κύπρο για να σπουδάσει στο εξωτερικό. Αργότερα, ωστόσο, παρακολούθησε ακαδημαϊκά προγράμματα για επιχειρήσεις, εμπόριο, πλοιοκτησία και ναυσιπλοΐα.
Μετά την αποφοίτησή του υπέβαλε αίτηση για δουλειά σε τράπεζα. Στο μεταξύ, εργάζονταν σε επιχείρηση γνωστού του πατέρα του που διέθετε εργοστάσιο.
Ακολούθως, το 1951, εργαζόταν με Γάλλο έμπορο, ο οποίος του εμπιστεύτηκε μισό εκατομμύριο λίρες (αστρονομικό ποσό για την εποχή) ώστε να φέρει προϊόντα από την Τουρκία, τα οποία κρίνονταν αναγκαία για εγχώρια κατανάλωση, μιας και η Κύπρος μαστιζόταν τότε από ξηρασία και η αγροτική παραγωγή ήταν ελάχιστη έως μηδαμινή. Το ταξίδι εκείνη την εποχή ήταν περίπλοκη και επικίνδυνη αποστολή και απαιτούσε χειρισμούς με εμπόρους, τράπεζες και ναυτιλιακές εταιρείες.

Το όνειρο έλαβε σάρκα και οστά
Η εμπειρία του αυτή τον οδήγησε το 1953 στην απόφαση να κάνει δική του εταιρεία. Οπότε, συναντήθηκε με διευθυντές τραπεζών, με τους οποίους ανέπτυξε δυνατή επιχειρηματική σχέση και εξασφάλισε το πρώτο του δάνειο 5.000 λιρών χωρίς εγγυήσεις. Η εταιρεία του αφορούσε εξαγωγές γεωργικών προϊόντων. Το όνειρό του ήταν μεγάλο.
Εργάστηκε μελετημένα, άνοιξε καταστήματα, πετυχαίνοντας τη δεκαετία του 1960 να καταστήσει την εταιρεία του τη μεγαλύτερη σε εξαγωγές αγροτικών προϊόντων της Κύπρου. Εξαγωγές έκανε σε γειτονικές χώρες, καθώς και σε μακρινές, όπως στη Λιβύη με δημητριακά, καθώς και στη Νέα Γουινέα με φακές, κύμινο και γλυκάνισο.
Η καταστροφή της εισβολής και το ταξίδι με βάρκα ως τη Βηρυτό
Το 1963 ίδρυσε την πρώτη του εταιρεία εκτός Κύπρου, την NKS Eurotrade (UK) Ltd, με έδρα το Λονδίνο, η οποία δραστηριοποιείται μέχρι σήμερα. Τη χρονιά εκείνη, ωστόσο, με τις διακοινοτικές ταραχές στο νησί, μεγάλος αριθμός καταστημάτων, γης και εμπορευμάτων απωλέσθηκε.
Προσπάθησε να επαναφέρει την επιχείρησή του στο πρωταρχικό της στάδιο, ακόμη να επεκταθεί και πιο πέρα, και κατάφερε το 1970 να σημειώσει θεαματική ανάπτυξη τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Επέκτεινε τις εργασίες της εταιρείας του στον τομέα των πλοίων, των ασφαλειών, των επενδύσεων και των κατασκευών. Όμως, το 1974, με την τουρκική εισβολή, οι επιχειρήσεις του πλήγηκαν. Μεγάλη η καταστροφή.
Με την τουρκική εισβολή οι πλείστοι υπάλληλοί του έγιναν πρόσφυγες. Χάθηκαν τα καταστήματα της Αμμοχώστου και της Μόρφου, η γη του στην Αμμόχωστο, στην Κερύνεια, στη Λευκωσία. Χάθηκαν όλα! Έτσι αποφάσισε να πάει στη Βηρυτό. Τότε ήταν ήδη νυμφευμένος με την Ελπίδα και είχε τα τέσσερα παιδιά του: τη Χρυσούλα, την Ελένη, τον Μάριο και τη Μαρίνα.
Για τη Βηρυτό ταξίδεψε με μια μικρή βάρκα. Σκοπός του ήταν να δει εκεί τις προοπτικές, να εισπράξει ό,τι του χρωστούσαν και να επανεξετάσει τις σχέσεις του με τους συνεργάτες του. Μετά από έρευνα κατέληξε στο τσιμέντο. Διαπίστωσε ότι στον Λίβανο και στην Αίγυπτο είχαν ανάγκη, και έτσι, πάλι με μια βάρκα, αφίχθηκε στον Λίβανο με μια μεγάλη ποσότητα τσιμέντου. Οι συνεργάτες του τον ξόφλησαν και τον βοήθησαν να το πουλήσει. Η ευστροφία του στο εμπόριο το βοήθησε και έτσι μπόρεσε να ορθοποδήσει.
Μέσα από τις δυσκολίες ο Νίκος Σιακόλας κατάφερε να διαπρέψει, αποκτώντας στην πορεία της επαγγελματικής του ζωής τόσες εταιρείες που αδυνατούσε, όπως λέγεται, να τις κατονομάσει όλες
Ανάμεσα σε αυτούς, ο Όμιλος Σιακόλα, ένας από τους μεγαλύτερους οικονομικούς οργανισμούς, με δραστηριοποίηση σ’ ένα ευρύτατο φάσμα υπηρεσιών και προϊόντων. Διέπρεψε στον τομέα των εμπορικών ακινήτων και σε μεγάλες επενδύσεις, όπως στα αεροδρόμια και στα γήπεδα γκολφ. Με εμπορικά κέντρα, πολυκαταστήματα, μεγαλοκαταστήματα D.I.Y. και αλυσίδες καταστημάτων, καλύπτει το σύνολο της κυπριακής αγοράς.
Η δραστηριοποίηση του Ομίλου επεκτάθηκε σε Λονδίνο, Ελλάδα, Ρωσία, Νιγηρία, χώρες του Αραβικού Κόλπου και αλλού.
Ο Νίκος Σιακόλας, όχι απλώς έζησε το νεανικό του όνειρο, αλλά μετετράπη σε έναν από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες, κερδίζοντας τον παγκόσμιο σεβασμό.