Η υπόθεση γυναίκας από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η οποία ζήτησε άσυλο στην Κύπρο επικαλούμενη δίωξη για ανθρωποκτονία και σεξουαλική κακοποίηση, έκλεισε οριστικά με την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου. Το Δικαστήριο επικύρωσε την απόρριψη της αίτησής της, κρίνοντας ότι το αφήγημά της παρουσίαζε ουσιώδεις αντιφάσεις και δεν θεμελίωνε δικαίωμα σε καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματική προστασία.

Η εφεσείουσα είχε υποστηρίξει ότι διώκεται στη χώρα καταγωγής της επειδή, ως νοσοκόμα, χορήγησε φαρμακευτική αγωγή σε νεαρό κορίτσι που στη συνέχεια απεβίωσε. Σύμφωνα με το αφήγημά της, ο πατέρας του κοριτσιού, ο οποίος ήταν αστυνομικός, φρόντισε για τη σύλληψή της με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας, ενώ η ίδια δραπέτευσε από τη φυλακή και κατέφυγε στην Κύπρο, ζητώντας διεθνή προστασία.

Η Υπηρεσία Ασύλου είχε χαρακτηρίσει την αιτήτρια ως ευάλωτο πρόσωπο, καθώς είχε υπάρξει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης κατά την εφηβεία της, ωστόσο απέρριψε την αίτησή της κρίνοντας ότι το βασικό της αφήγημα δεν ήταν αξιόπιστο. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε και από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου.

Με την ομόφωνη απόφασή του, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη κρίση, επισημαίνοντας ότι ο δικός του ρόλος περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας και όχι στην επανεκτίμηση της ουσίας των πραγματικών περιστατικών.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς γιατί θεώρησε αναξιόπιστο το αφήγημα της εφεσείουσας, επισημαίνοντας αοριστίες, αντιφάσεις και ασυνέπειες στις καταθέσεις της. Παράλληλα, συμφώνησε με την απόρριψη δύο εγγράφων που η ίδια προσκόμισε προς ενίσχυση των ισχυρισμών της, συγκεκριμένα μιας φωτογραφίας του αποβιώσαντος κοριτσιού και ενός φερόμενου εντάλματος σύλληψης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο ένταλμα σύλληψης, για το οποίο το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν είχε υποβληθεί κατά τη διοικητική διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ παρουσίαζε και αποκλίσεις από τον συνήθη τύπο αντίστοιχων εγγράφων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπως προέκυπτε από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα.

Το Εφετείο εξέτασε επίσης τους ισχυρισμούς που αφορούσαν τον βιασμό της εφεσείουσας στην εφηβεία της. Υπενθύμισε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε διορθώσει σχετική παράλειψη της Υπηρεσίας Ασύλου, αναγνωρίζοντας ότι οι γυναίκες στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό μπορούν να αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα για σκοπούς διεθνούς προστασίας και ότι ο βιασμός συνιστά πράξη δίωξης.

Ωστόσο, συμφώνησε με την κατάληξη ότι τα συγκεκριμένα δεδομένα δεν αρκούσαν για τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα, καθώς δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι η γυναίκα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί εκ νέου ανάλογη δίωξη σε περίπτωση επιστροφής της, ενώ λήφθηκε υπόψη ότι ως απόφοιτη νοσηλευτικής θα μπορούσε να εργαστεί και ότι διέθετε οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της.

Απορρίφθηκαν επίσης οι ισχυρισμοί περί δικαιώματος σε συμπληρωματική προστασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πως η εφεσείουσα θα αντιμετώπιζε κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης μεταχείρισης, ενώ ούτε τα στοιχεία για την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής της δικαιολογούσαν την παροχή προστασίας λόγω αδιάκριτης βίας από ένοπλη σύρραξη.

Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση και επιδίκασε έξοδα ύψους 2.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας.