Είχε εξαναγκασθεί σε γάμο στη χώρα της όντας 17 ετών, κακοποιείτο από τις άλλες συζύγους του άντρα της, έχασε το έμβρυό της από χτύπημα γιατί δεν έπλυνε τα πιάτα, είχε υποστεί ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων, αλλά εδώ δεν την αναγνώρισαν ως πολιτικό πρόσφυγα.
Το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, αφού άκουσε όλες τις πλευρές, καθώς και την ίδια την αιτήτρια, πείστηκε πως οι ισχυρισμοί της ήταν ορθοί. Επέμενε με σταθερότητα στα όσα έλεγε και έπεισε για την αλήθεια της. Η δικαστής, Έλενα Ρήγα, ακύρωσε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει αίτημα γυναίκας από τη Σιέρα Λεόνε για διεθνή προστασία και την αναγνώρισε ως πρόσφυγα.
Η αιτήτρια εγκατέλειψε στις 18.02.2021 τη Σιέρα Λεόνε και στις 19.02.2021 εισήλθε παράτυπα, μέσω κατεχομένων, στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 15.07.2021 υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία. Η αίτησή της απορρίφθηκε και αποφασίστηκε η επιστροφή της στη Σιέρα Λεόνε. Η νεαρή γυναίκα καταχώρησε προσφυγή μέσω της δικηγόρου της, Γ. Κωνσταντίνου, του δικηγορικού γραφείου Μ. Παπαλοΐζου, με την οποία εκφράστηκε ο ισχυρισμός περί πλημμελούς και μη δέουσας διερεύνησης της αίτησής της.
Η αιτήτρια επανέλαβε ότι εξαναγκάστηκε σε γάμο και υπήρξε θύμα ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας από τον σύζυγό της. Επιπλέον, υποστήριξε ότι υπέστη ψυχολογική και συναισθηματική κακοποίηση από τις λοιπές συζύγους του, καθώς και από τα παιδιά τους και πως ζούσε σαν σκλάβα. Περαιτέρω, τόνισε ότι, ως συνέπεια της κακοποιητικής συμπεριφοράς του συζύγου της, η αιτήτρια απέβαλε το έμβρυο που κυοφορούσε (την χτύπησε γιατί δεν έπλυνε τα πιάτα), στοιχείο το οποίο, κατά τον ισχυρισμό της, η Υπηρεσία Ασύλου παρέλειψε να αξιολογήσει δεόντως.
Ακολούθως, υπέβαλε ότι αδυνατούσε να καταγγείλει τον σύζυγό της στις αρχές της Σιέρα Λεόνε, αφενός λόγω των απειλών που δεχόταν από τον ίδιο και το περιβάλλον του και αφετέρου λόγω της νεαρής ηλικίας της και της έλλειψης ασφαλούς χώρου ή δομής φιλοξενίας όπου θα μπορούσε να καταφύγει.
Σε σχέση με τον τρόπο διαφυγής της από τη χώρα καταγωγής της, αυτή ισχυρίστηκε ότι έλαβε βοήθεια από γείτονά της, ο οποίος ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται τα περιστατικά βίας που λάμβαναν χώρα σε καθημερινή βάση εντός της οικίας της.
Αναφορικά με την παράλειψη της αιτήτριας να κινήσει διαδικασία διαζυγίου στη χώρα καταγωγής της, ο συνήγορός της επικαλείται, αφενός, ότι στη Σιέρα Λεόνε εφαρμόζεται σε σημαντικό βαθμό το εθιμικό δίκαιο, το οποίο δεν ευνοεί ή περιορίζει ουσιωδώς τη λύση του γάμου, και, αφετέρου, ότι η ίδια εξακολουθούσε να τελεί υπό καθεστώς απειλών από τον σύζυγό της και το περιβάλλον του, ενώ δεν διέθετε εναλλακτικό τόπο διαμονής.
Η συνήγορος της αιτήτριας ανέφερε ότι η Υπηρεσία παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσον η αιτήτρια υπέστη ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ), καθώς και εάν υφίσταται κίνδυνος επαναϋποβολής της στην εν λόγω πρακτική σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε.
Η δικηγόρος της Υπηρεσίας Ασύλου αντέτεινε ότι, ακόμη και εάν οι ισχυρισμοί της τελευταίας γίνουν αποδεκτοί ως αξιόπιστοι και θεωρηθεί ότι υφίσταται φόβος σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, ο φόβος αυτός εντάσσεται στο πλαίσιο ιδιωτικής διαφοράς και δεν συνδέεται με οποιονδήποτε από τους λόγους δίωξης που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, υποστηρίχθηκε ότι, εν πάση περιπτώσει, ο φόβος που επικαλείται η αιτήτρια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως βάσιμος και δικαιολογημένος, καθότι δεν πληρούται το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου δίωξης, με αποτέλεσμα να μη συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα.
Το Δικαστήριο αφού ανέλυσε εκτενώς τη μαρτυρία της ίδιας της γυναίκας και τις θέσεις των δυο πλευρών, καθώς και τις διεθνείς εκθέσεις που διέπουν τα ζητήματα που ηγέρθηκαν, έκρινε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για αναγνώριση της αιτήτριας ως πρόσφυγα.