Με μια πορεία που τον έχει οδηγήσει στις σημαντικότερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου, ο Κυπριανός Κατσαρής συνεχίζει να προσεγγίζει τη μουσική ως μια βαθιά προσωπική εμπειρία μελέτης και διαδικασία πνευματικής ανύψωσης.
Έχει εμφανιστεί στις σημαντικότερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου, συνεργαζόμενος με κορυφαίες ορχήστρες και μαέστρους και αφήνοντας το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα στη διεθνή μουσική σκηνή. Πίσω όμως από τη λαμπρή καλλιτεχνική πορεία κρύβεται ένας άνθρωπος που διατηρεί ζωντανές τις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία, τα καλοκαίρια στο Τρόοδος, τις γεύσεις της κυπριακής κουζίνας και τη βαθιά σύνδεσή του με τον τόπο των προγόνων του. Με αφορμή την επιστροφή του στην Κύπρο για τη συναυλία του με τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, ο Κυπριανός -Συπριέν- Κατσαρής μιλά για τη μουσική, την έμπνευση, για τις εικόνες και τις μνήμες που τον ακολουθούν σε όλη του τη ζωή.
–Πόσες ώρες της ημέρας περνάτε στο πιάνο; Οι ώρες δεν μετριούνται πια. Η αλήθεια είναι ότι μελετώ καθημερινά και πολύ συστηματικά. Δεν υπάρχουν για μένα Σαββατοκύριακα, αργίες ή διακοπές, ούτε αισθάνομαι ότι μου λείπουν. Σπάνια θα σταματήσω για τρεις ή τέσσερις ημέρες. Αλλά ακόμη και να ήθελα έχω ένα πολύ γεμάτο πρόγραμμα με συναυλίες σε όλο τον κόσμο που πρέπει να μετακινούμαι συνεχώς από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο και από χώρα σε χώρα. Όταν με ρωτάνε αν με κουράζουν οι πολύωρες μετακινήσεις με το αεροπλάνο συνήθως απαντώ χαριτολογώντας ότι «δεν σπρώχνω το αεροπλάνο». Σκεφτείτε ότι εκτός από ην Ευρώπη και άλλους κοντινούς προορισμούς έχω ήδη πραγματοποιήσει 40 περιοδείες στην Ιαπωνία και 17 στην Κίνα.
–Το ακροατήριο μπορεί να λειτουργήσει και ως πηγή έμπνευσης; Βεβαίως και μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης. Η επικοινωνία με το κοινό είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της ερμηνείας. Ιδιαίτερα το γυναικείο ακροατήριο το αισθάνομαι συχνά σαν πηγή έμπνευσης, σαν σύγχρονες μούσες.
–Επιστρέφετε στην Κύπρο για να συμπράξετε με τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου. Τι κάνει αυτή τη συναυλία ξεχωριστή για εσάς; Αυτή η συναυλία είναι ιδιαίτερα σημαντική για μένα, γιατί επιβεβαιώνει κάτι που πιστεύω βαθιά: ότι όλοι οι Κύπριοι πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για το γεγονός ότι η μικρή μας πατρίδα διαθέτει μια συμφωνική ορχήστρα τόσο υψηλού επιπέδου. Η ύπαρξη και η ποιότητα της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου είναι κάτι που με γεμίζει περηφάνια. Επιπλέον, ο Μύρων Μιχαηλίδης είναι ένας από τους καλύτερους μαέστρους με τους οποίους έχω συνεργαστεί διεθνώς. Έχουμε πραγματοποιήσει πολλές επιτυχημένες συνεργασίες στην Ελλάδα και τη Γερμανία και χαίρομαι ιδιαίτερα που θα βρεθούμε ξανά μαζί στη σκηνή. Το πρόγραμμα της συναυλίας είναι εξαιρετικό και περιλαμβάνει έργα που αγαπά ιδιαίτερα το ευρύ κοινό. Παράλληλα, θα έχω την ευκαιρία να ερμηνεύσω δύο σπουδαία έργα του Λιστ, τα οποία κατέχουν ξεχωριστή θέση στο πιανιστικό ρεπερτόριο και τα οποία ανυπομονώ να μοιραστώ με το κυπριακό κοινό.

–Όταν ερμηνεύετε στο πιάνο «ταξιδεύετε» νοερά; Τι σκέφτεστε; Όταν ερμηνεύω, αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε μια άλλη διάσταση. Μια διάσταση πέρα από την ύλη, καθαρά αισθητική και πνευματική. Εκεί δεν κυριαρχούν οι καθημερινές σκέψεις, αλλά η απόλυτη αφοσίωση στη μουσική και η επικοινωνία με το έργο που ερμηνεύω.
–Τι νιώθετε για τη μουσική; Σας απελευθερώνει; Η μουσική, βεβαίως, με απελευθερώνει, όπως πιστεύω ότι απελευθερώνει όλους τους καλλιτέχνες. Ωστόσο, η ελευθερία αυτή προϋποθέτει σκληρή και σωστή μελέτη. Αν δεν έχεις προετοιμαστεί επαρκώς, παραμένεις σε μια σκλαβιά. Ο ρόλος της μουσικής, όπως και κάθε μορφής τέχνης, είναι εξαιρετικά σημαντικός, γιατί καταφέρνει να μεταφέρει τόσο το κοινό όσο και τον ερμηνευτή μακριά από την καθημερινότητα. Όταν, μέσα από μια συναυλία, κατορθώνουμε να επικοινωνήσουμε τα συναισθήματα που κρύβει η μουσική, προσφέρουμε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να ξεχάσουν, έστω και για λίγο, τον φόβο, την πίεση και τον καταιγισμό αρνητικών πληροφοριών που δέχονται καθημερινά. Αφήνουν στην άκρη τις έγνοιες και τις σκοτούρες τους και βιώνουν μια αίσθηση ψυχικής ανάτασης και εσωτερικής γαλήνης.
–Τι αλλάζει μέσα σας όταν παίζετε μπροστά σε ορχήστρα σε σχέση με το σόλο πιάνο; Η βασική διαφορά είναι ότι, όταν παίζω με ορχήστρα, υπάρχει η δυνατότητα μιας συνεχούς επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης με τους μουσικούς και τον μαέστρο. Αυτή η ανταλλαγή ενέργειας και μουσικών ιδεών είναι κάτι ιδιαίτερα ευχάριστο και δημιουργικό. Στο σόλο πιάνο, αντίθετα, καλείσαι να στηρίξεις μόνος σου ολόκληρη τη μουσική αφήγηση. Είναι μια μεγάλη πρόκληση, αλλά και μια μοναδική εμπειρία. Παράλληλα, αγαπώ πολύ και τη μουσική δωματίου, συνοδεύοντας στο πιάνο σημαντικούς ερμηνευτές. Πρόκειται για μια ξεχωριστή μορφή μουσικής επικοινωνίας που με γεμίζει ιδιαίτερα.
–Αν μπορούσατε να ξαναζήσετε μια μέρα της ζωής σας, θα ήταν πάνω στη σκηνή ή μακριά από αυτήν; Θα επέλεγα χωρίς δισταγμό μια μέρα από τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων στο Τρόοδος, παρέα με τα αγαπημένα ξαδέρφια μου.
–Υπήρξε στιγμή που είπατε «τα κατάφερα»; Ή αυτό δεν συμβαίνει ποτέ στους καλλιτέχνες; Όσον αφορά εμένα, δεν υπήρξε ποτέ μια στιγμή που, μετά από μια συναυλία, να είπα πραγματικά «τα κατάφερα». Αντιθέτως, υπήρξαν πολλές φορές που ήμουν πεπεισμένος ότι έπρεπε να σταματήσω αυτό το εξαιρετικά απαιτητικό και δύσκολο επάγγελμα.
–Ένας πιανίστας περνά πολλές ώρες μόνος. Η μοναξιά είναι φίλος ή εχθρός; Θα απαντήσω κάπως διαφορετικά και θα πω, πως η μουσική είναι η σύζυγός μου, τα πιάνα είναι οι ερωμένες μου και η μοναξιά η καλύτερη μου φίλη.
–Υπάρχει κάτι που καταλαβαίνετε τώρα στους συνθέτες που ερμηνεύετε και δεν το καταλαβαίνατε όταν ήσασταν νεότερος; Η ωριμότητα είναι κάτι που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Γι’ αυτό και κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή. Προσωπικά, αισθάνομαι ότι καταλαβαίνω και νιώθω τη μουσική με τον ίδιο τρόπο από τότε που ήμουν παιδί. Υπάρχουν άνθρωποι που ωριμάζουν καλλιτεχνικά με τα χρόνια, όμως υπάρχουν και εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, ο Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ διέθετε την ίδια βαθιά ωριμότητα ήδη από τα νεανικά του χρόνια. Αυτή η ποιότητα βρίσκεται σε ένα βαθύτερο επίπεδο και δεν εξαρτάται μόνο από την ηλικία. Με τα χρόνια, βέβαια, έχω εξελιχθεί τεχνικά στο πιάνο και ορισμένες λεπτομέρειες της ερμηνείας μου έχουν αναπτυχθεί. Εκείνο που εξακολουθεί να μου προκαλεί εντύπωση είναι ότι η αντίληψη απέναντι στη μουσική υπήρχε ήδη από πολύ νωρίς. Το λέω αυτό με κάθε μετριοφροσύνη: η ουσία του τρόπου με τον οποίο βιώνω τη μουσική παρέμεινε η ίδια.

-Τι σας έχει διδάξει η μουσική; Σας έχει δώσει μαθήματα ζωής; Η μουσική μου προσφέρει τη δυνατότητα να ταξιδεύω σε έναν άλλο ψυχικό κόσμο. Με μεταφέρει σε μια άλλη κατάσταση ύπαρξης, όπου μπορώ να υπερβαίνω τα καθημερινά προβλήματα και τις δυσκολίες της ζωής. Είναι ένας χώρος ελευθερίας και πνευματικής ανάτασης, στον οποίο η πραγματικότητα αποκτά ένα βαθύτερο νόημα.
–Έχετε μια τεράστια καριέρα με συναυλίες με τις πιο διάσημες ορχήστρες του κόσμου, στις πιο φημισμένες αίθουσες συναυλιών και υπό την διεύθυνση θρυλικών διευθυντών ορχήστρας. Εσείς τι έχετε ξεχωρίσει; Θα ξεχώριζα την συνεργασία μου με τον σπουδαίο συνθέτη και μαέστρο τον Λέοναρντ Μπερνστάιν, τον Κουρτ Μαζούρ, τον Νέβιλ Μάρινερ, τον Σερ Σάιμον Ρατλ, τον Μστισλάβ Ροστροπόβιτς, τον Βλαντίμιρ Φεντοσέγιεφ, τον Κεντ Ναγκάνο και τον θρυλικό μαέστρο Γιουτζίν Όρμαντι με τον οποίο εκτός από τις συναυλίες με την Philadelphia Orchestra είχαμε ηχογραφήσει και την Ουγγρική φαντασία του Λιστ που θα ερμηνεύσω στη συναυλία με την Συμφωνική Ορχήστρα της Κύπρου. Επίσης θα αναφέρω τις συναυλίες μου στο Carnegie Hall και ιδιαίτερα το ρεσιτάλ μου με έργα Σοπέν, το πρώτο μου ρεσιτάλ στο Ηρώδειο, τη συναυλία στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών αγώνων του Πεκίνου μαζί με τον Λανγκ Λανγκ, την μακρόχρονη συνεργασία μου με τον Μίκη Θεοδωράκη, η οποία ολοκληρώθηκε με την δική μου σύνθεσή για πιάνο «Grand Fantasy on Zorba», βασισμένη πάνω στο έργο του, την οποία κυκλοφόρησε η δισκογραφική μου, «Piano 21» κ.ά
–Και ποιες οι σημαντικές στιγμές σας; Σημαντικές στιγμές είναι οι τιμητικές διακρίσεις και τα βραβεία που έχω λάβει όπως: το βραβείο Honour Prize Franz Liszt το 2023 στη Βαιμάρη, για τη συνολική προσφορά μου στο έργο του συνθέτη,Ιππότης Τιμής του Καμερούν, 1975 – Καλλιτέχνης της UΝΕSCO για την Ειρήνη, 1997, Ιππότης των Γραμμάτων και των Τεχνών (Γαλλία), 2000 Μετάλλιο Vermeil της πόλης του Παρισιού, 2001, Commandeur de l’Ordre de Mérite du Grand-Duché de Luxembourg (2009), Βραβείο Ιδρύματος Τάκη και Λούκης Νέμιτσα, Λευκωσία (2011), 150 Μεγάλοι Κύπριοι, βραβεία εφημερίδας Φιλελεύθερος, Λευκωσία, 2015 Αριστείο Γραμμάτων, Τεχνών και Επιστημών Υπουργείου Παιδείας & Πολιτισμού, 2016 κ.ά.
–Ποια συμβουλή θα δίνατε σήμερα στον νεαρό Κυπριανό Κατσαρή; Να συνεχίσει να είναι όπως ήταν όταν ήταν νέος.
–Τι δεν ξέρει ο κόσμος για τον Κυπριανό Κατσαρή; Αυτά που δεν ξέρει ούτε ο ίδιος ο Κυπριανός Κατσαρής.
–Πότε καταλαβαίνετε ότι μια ερμηνεία έχει πετύχει; Μια ερμηνεία έχει πετύχει όταν το μουσικό μήνυμα περνάει στο κοινό με τον σωστό τρόπο και την κατάλληλη ένταση, ώστε οι ακροατές να συγκινηθούν, να ταυτιστούν και να αφεθούν ελεύθερα στη μουσική εμπειρία.
–Ποια εικόνα από την παιδική σας ηλικία δεν σας εγκατέλειψε ποτέ; Μέχρι την ηλικία των οκτώ ετών ζούσαμε στο Καμερούν. Υπάρχει μια εικόνα που έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου: όταν οι γονείς μου αγόρασαν ένα πιάνο για την αδελφή μου, την Αυγή, η οποία ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερή μου. Θυμάμαι ακόμη τους ανθρώπους που το μετέφεραν στο σπίτι και το σημείο ακριβώς στο σαλόνι όπου αποφάσισαν να το τοποθετήσουν οι γονείς μου. Δεν θα ξεχάσω πως με μαγνήτισε, πλησίασα αμέσως το πιάνο. Παρότι ήμουν μόλις τρεισήμισι ετών, ένιωσα μια ανεξήγητη έλξη. Άρχισα να πατάω τα πλήκτρα με το δεύτερο δάχτυλο του δεξιού χεριού και έπειτα με τα δάχτυλα του αριστερού, προσπαθώντας να παίξω. Αυτή είναι ίσως η πιο ζωντανή και καθοριστική εικόνα της παιδικής μου ηλικίας, μια στιγμή που, χωρίς να το γνωρίζω τότε, σηματοδότησε την αρχή της σχέσης μου με τη μουσική.
–Τι σας κάνει ακόμα να γελάτε σαν παιδί; Ακριβώς τα ίδια πράγματα που με έκαναν να γελώ και τότε.
–Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν μιλάμε για την Κύπρο; Όταν μιλάμε για την Κύπρο, μου έρχονται στο μυαλό οι τραγικές εικόνες του 1974 και ιδιαίτερα οι αναμνήσεις μου από το Βαρώσι, που αποτελούν ένα κομμάτι της ιστορίας το οποίο δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει, καθώς και μια προσωπική μου ανάμνηση από όσα έζησα τότε. Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε έρθει ξανά Κύπρο για διακοπές και είχα φέρει μαζί μου ένα τηλεσκόπιο από τη Γαλλία, καθώς η αστρονομία με γοήτευε πολύ από μικρός. Το είχα τοποθετήσει στην ταράτσα του σπιτιού κι όταν ανέβηκα για να το πάρω, πέρασε πολύ κοντά ένα εχθρικό πολεμικό αεροπλάνο. Ήταν μια στιγμή που θα μπορούσε να είχε αποβεί μοιραία κι έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου. Πέρα από αυτές τις εικόνες, για μένα, η Κύπρος θα είναι πάντοτε ένα ξεχωριστό και αγαπημένο μέρος.
–Κρατάτε μια μυρωδιά από την Κύπρο; Αυτό που μου λείπει πάρα πολύ όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό είναι οι γεύσεις και οι μυρωδιές της κυπριακής κουζίνας. Τα κυπριακά σουβλάκια, οι κούπες, τα κουπέπια και ο ταβάς είναι φαγητά που δύσκολα βρίσκει κανείς να γίνονται με τον ίδιο τρόπο εκτός Κύπρου. Και βέβαια, στην κορυφή της λίστας βρίσκονται οι λουκουμάδες…
–Και κάτι τελευταίο. Η τελειότητα είναι στόχος ή παγίδα; Δυστυχώς, η τελειότητα δεν υπάρχει.
- ΙΝFΟ: Ο Κυπριανός Κατσαρής συναντά τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, 30 Ιουνίου – Δημοτικό Θέατρο Λευκωσία, 8.30μ.μ. Εισιτήρια πατήστε εδώ και στο ταμείο πριν από τη συναυλία.
Ελεύθερα, 21.06.2026