Το νέο του άλμπουμ Λυρικόν | Lyric, ένα έργο με κεντρικό άξονα τη λύρα που ήδη καταγράφει σημαντική διεθνή απήχηση, συστήνει στο κοινό της Κύπρου ο Στέλιος Πετράκης, σε μια συναυλία που οργανώνεται στο πλαίσιο του Πολιτιστικού Φεστιβάλ του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ο ταλαντούχος δημιουργός βάζει σ’ αυτόν τον δίσκο την κρητική λύρα να «συνομιλήσει» με άλλα μουσικά είδη.

-Μέσα από ποιες αναζητήσεις δημιουργήσατε το νέο σας δίσκο «Λυρικόν»; Έχοντας δημιουργήσει με το Κρητικό μου Κουαρτέτο το τελευταίο μου άλμπουμ «Σπονδή», έναν ανοιχτό κρητικό δίσκο που σάρωσε τα ευρωπαϊκά charts το 2023, ήθελα αυτή τη φορά να κάνω ένα ακόμη πιο ανοιχτό βήμα, βάζοντας τη λύρα να ταξιδέψει και να συνομιλήσει με άλλα μουσικά είδη και μουσικούς από διαφορετικές παραδόσεις. Με αυτό το σκεπτικό έγινε η επιλογή του ρεπερτορίου και προέκυψαν οι προσκλήσεις προς τους φίλους μουσικούς που θα μπορούσαν να το αναδείξουν με τον καλύτερο τρόπο. Ήταν μια πρόκληση για μένα, καθώς η λύρα δεν θα βάδιζε αυτή τη φορά σε γνώριμα κρητικά μονοπάτια. Χρειαζόταν να προσαρμοστεί και να ακολουθήσει δρόμους που μέχρι σήμερα δεν είχε ξαναπερπατήσει. Απόλαυσα ιδιαίτερα όλη αυτή τη διαδικασία και κουβαλώ στις αποσκευές μου τις καλύτερες αναμνήσεις από τη δημιουργία αυτού του δίσκου.

-Ποιες αξίες πρεσβεύουν οι στίχοι; Οι περισσότεροι στίχοι είναι του αδερφού μου, του ποιητή Γιάννη Πετράκη, και κινούνται γύρω από αξίες που με εκφράζουν βαθιά ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη: την ειρήνη, την αλληλεγγύη, τον ομηρικό νόστο, την αγάπη, τη ξενιτιά, αλλά και τη φύση, την παρέα και το κρασί. Δηλαδή όλα εκείνα τα στοιχεία που, λίγο πολύ, κάνουν τη ζωή να αξίζει.

-Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση γι’ αυτά τα κομμάτια; Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να διατηρηθεί ένας ενιαίος χαρακτήρας μέσα σε ένα ρεπερτόριο που προέρχεται από διαφορετικούς μουσικούς κόσμους. Τελικά αυτό συνέβη με τρόπο πολύ πιο φυσικό και αβίαστο απ’ όσο περίμενα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κομμάτι «Muixeranga» από τη Βαλένθια. Ήταν μία από τις πιο απαιτητικές στιγμές του δίσκου, γιατί έπρεπε να αποδώσω με σεβασμό τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του έργου, χωρίς όμως να χάσει η ερμηνεία τη δική μου αισθητική και μουσική ταυτότητα.

Τι σας άγγιξε σ’ αυτό το κομμάτι για να το εντάξετε στο δίσκο; Το κομμάτι αυτό το επέλεξα έπειτα από πρόταση του φίλου μουσικού Efren Lopez. Λίγο μετά τις καταστροφικές πλημμύρες που έπληξαν την περιοχή της Βαλένθιας, θεώρησα ότι ήταν ένας όμορφος τρόπος να  εκφράσω τη συμπαράστασή μου στους ανθρώπους που δοκιμάζονταν εκείνη την περίοδο. Η «Muixeranga» θεωρείται για πολλούς ο άτυπος εναλλακτικός ύμνος της Βαλένθιας. Συνδέεται ιδιαίτερα με το χωριό Algemesí, όπου συνοδεύει ένα σπουδαίο παραδοσιακό έθιμο κατά το οποίο οι συμμετέχοντες σχηματίζουν ανθρώπινους πύργους. Πρόκειται για μια παράδοση που συμβολίζει την αλληλεγγύη, την αλληλοϋποστήριξη, τη συνεργασία και τη φροντίδα προς τον συνάνθρωπο. Η μουσική αυτή αποδίδεται παραδοσιακά με γκάιντες, οπότε η πρόκληση για μένα ήταν να δημιουργήσω μια πειστική λυρική εκδοχή της, μεταφέροντας το πνεύμα της στο δικό μου όργανο. Όταν ηχογράφησα και δημοσίευσα την πρώτη εκδοχή της αμέσως μετά τις πλημμύρες, η ανταπόκριση στην περιοχή της Βαλένθιας ήταν συγκινητική. Το βίντεο αναδημοσιεύτηκε από πολλούς φίλους μουσικούς, πολιτιστικούς φορείς, πανεπιστημιακά ιδρύματα και εκπροσώπους της τοπικής κοινωνίας. Ήταν μια υπενθύμιση ότι η μουσική, πέρα από γλώσσες και σύνορα, μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη συμπαράστασης και ανθρώπινης σύνδεσης.

-Η σύνθεση είναι μια μοναχική διαδικασία; Η σύνθεση είναι μια εξαιρετικά μοναχική διαδικασία για μένα. Όμως η φαντασία που ακολουθεί, καθώς προσπαθώ να δω το έργο ολοκληρωμένο ενορχηστρωτικά, περιλαμβάνει ήδη όλους τους πιθανούς φίλους μουσικούς που θα έρθουν να συμμετάσχουν στο εγχείρημα. Ενώ συνθέτω νότα-νότα το υλικό, ταυτόχρονα φαντάζομαι ποιοι μουσικοί θα μπορούσαν να συμμετάσχουν και πώς θα ακουστεί το έργο ολοκληρωμένο. Και κάπου εκεί αρχίζω ήδη να ανυπομονώ για τη στιγμή που θα έρθουν στην Κρήτη για να το ηχογραφήσουμε και για το πόσο όμορφα θα περάσουμε μαζί.

-Παίζετε κρητική λύρα από τα οκτώ σας χρόνια. Τι σας μαγεύει σ’ αυτό το όργανο; Αυτό που με μαγεύει περισσότερο είναι η σκέψη ότι το ίδιο αυτό όργανο πέρασε από τα χέρια αμέτρητων μουσικών πριν φτάσει στα δικά μου. Έτσι, όσο κι αν το παίξιμό μου εκφράζει τη δική μου προσωπική μουσική αντίληψη, κουβαλά ταυτόχρονα τη γνώση, την εμπειρία, τις αγωνίες, τα όνειρα και το όραμα γενεών ολόκληρων Κρητικών λυράρηδων. Αυτή η αίσθηση συνέχειας είναι κάτι που με συγκινεί βαθιά κάθε φορά που πιάνω τη λύρα στα χέρια μου.

-Πώς πετύχατε να παντρέψετε την παράδοση με τη σύγχρονη δημιουργία; Έχετε μαθητεύσει δίπλα σε κορυφαίους δασκάλους της τροπικής και παραδοσιακής μουσικής, όπως ο Ross Daly. Τι κρατάτε από αυτή την εμπειρία; Η μετατροπή της παράδοσης σε σύγχρονη δημιουργία έγινε σχεδόν μόνη της, απλώς επειδή δεν προσποιούμαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Δεν είναι εύκολο, αλλά οι δάσκαλοί μου μού έμαθαν ακριβώς αυτό: να είμαι ο εαυτός μου και τίποτε άλλο. Τα τεχνικά στοιχεία είναι απαραίτητα για έναν μουσικό, αλλά είναι σαν τις λέξεις στον λόγο. Αν δεν υπάρχει ένα ουσιαστικό νόημα πίσω τους, από μόνες τους δεν αρκούν. Αυτό το νόημα έμαθα να αναζητώ πάντοτε πίσω από τις νότες. Και μέσα από τη μουσική μου προσπαθώ να καλώ και τους ακροατές στην ίδια αναζήτηση. Γιατί όταν αναζητούμε μαζί το ίδιο πράγμα, παύουμε για λίγο να είμαστε ξεχωριστές μονάδες και ερχόμαστε σε μια βαθύτερη ένωση. Ίσως εκεί να κρύβεται τελικά το πιο ουσιαστικό νόημα της μουσικής.

-Παρουσιάζετε τη μουσική σας σε πολλές χώρες του εξωτερικού. Πώς εισπράττει το κοινό τη δουλειά σας; Το κοινό είναι συνήθως διεθνές και ακούει πολλά διαφορετικά είδη μουσικής. Έρχεται λοιπόν στις συναυλίες μας χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες ή προκαταλήψεις. Σαν ένα λευκό χαρτί που σου δίνει τη δυνατότητα να γράψεις επάνω του ό,τι πραγματικά θέλεις. Αυτό είναι θαυμάσιο όταν έχεις κάτι ουσιαστικό να πεις, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να γίνει αφοπλιστικό όταν δεν έχεις. Προσωπικά το απολαμβάνω πολύ, γιατί μου δίνει την ευκαιρία να επικοινωνήσω ακριβώς αυτό που θέλω με τη μουσική μου σε αυτά τα διεθνή και βαθιά φιλόμουσα ακροατήρια.

-Είσαστε επίσης ενεργός οργανοποιός. Διατηρείτε εργαστήριο στις Κάτω Γούβες Ηρακλείου, όπου κατασκευάζετε λύρες, λαούτα, saz και άλλα έγχορδα όργανα. Πώς πετύχατε να κρατήσετε στην Κρήτη ζωντανό το ενδιαφέρον των νέων γι’ αυτά τα όργανα; Το ενδιαφέρον είναι ζωντανό στην Κρήτη επειδή η κρητική μουσική είναι ολοζώντανη. Υπάρχει στις παρέες, στις γιορτές, στις συναυλίες, στα σχολεία, στις σχολές χορού και στα ωδεία. Δεν κατάφερα φυσικά μόνο εγώ να κρατήσω αυτή τη μουσική ζωντανή, αν και πιστεύω ότι έχω συμβάλει κι εγώ, έστω στο ελάχιστο. Παράλληλα, υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον και από μουσικούς του εξωτερικού που επιθυμούν να αποκτήσουν όργανα μου όταν αποφασίζουν να ασχοληθούν σε βάθος με συγγενείς μουσικές παραδόσεις. Έτσι οι λύρες μου ταξιδεύουν όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου.

-Τι ρόλο παίζουν τα όργανα στη διαμόρφωση της δικής σας σχέσης με τη μουσική; Επειδή προέρχομαι και πάντοτε έχω ως αφετηρία την οργανική μουσική, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τελικά σε μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου μου προστέθηκε στίχος και έγινε τραγούδι, τα μουσικά όργανα παίζουν πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση της σχέσης μου με τη μουσική. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο επειδή είμαι και ο ίδιος οργανοποιός. Το ηχητικό αποτέλεσμα των οργάνων που χρησιμοποιώ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δικές μου επιλογές και αποφάσεις. Είναι ένα αρκετά συγκεντρωτικό μοντέλο δημιουργίας, δεν το αρνούμαι. Σου δίνει ελευθερία και πίεση ταυτόχρονα. Παρ’ όλα αυτά το απολαμβάνω πολύ, γιατί ήταν μια συνειδητή επιλογή ζωής. Και πλέον δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα ήθελα να μπορώ να την αποφύγω. Ταυτόχρονα, τα μουσικά όργανα είναι για μένα ό,τι είναι οι λέξεις για τον λόγο. Όσο υψηλή κι αν είναι η αισθητική τους, όσο άρτια κι αν είναι η τεχνική τους κατασκευή, παραμένουν απλώς εργαλεία αν δεν καταφέρουν να υπηρετήσουν ένα ουσιαστικό νόημα. Αυτό είναι που αναζητώ πάντοτε πίσω από τους ήχους τους: όχι μόνο την ομορφιά, αλλά και το νόημα που μπορεί να εκφραστεί μέσα από αυτήν.

Ελεύθερα, 21.6.2026