Η τραγουδοποιός που κατάφερε να συστήσει τη δουλειά της σε μια ολόκληρη γενιά, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην ουσία, μιλά για τη μουσική, τη δημόσια έκθεση, τον φόβο της σύγκρισης, τα social media, αλλά και τη διαρκή προσπάθεια να μη χαθεί μέσα στον θόρυβο της εποχής και να παραμείνει πρώτα απ’ όλα ο εαυτός της.
Δεν θυμίζει τον άνθρωπο που θα περίμενε κανείς να συναντήσει μετά από ένα viral τραγούδι, εκατομμύρια προβολές και μια ξαφνική αναγνωρισιμότητα που ήρθε σχεδόν από τη μία μέρα στην άλλη. Αλλά και πάλι, αυτό δεν είναι πολύ στερεοτυπικό, όταν το περιμένουμε; Η Μαριάνα Κατσιμίχα μιλά χαμηλόφωνα, σκέφτεται πριν απαντήσει και δείχνει να νιώθει πιο άνετα όταν η συζήτηση στρέφεται στη μουσική παρά στην ίδια. Ίσως γιατί, παρά τα όσα βιώνει το τελευταίο διάστημα, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη διαδρομή της με μια σπάνια συστολή και ειλικρίνεια. Στη συζήτησή μας μιλήσαμε για τη μουσική, τον πατέρα της, την αναγνωρισιμότητα που δεν επιδίωξε ποτέ και την ανάγκη να παραμένει πιστή στον εαυτό της, σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να τρέχουν πιο γρήγορα από ποτέ.
–Μεγαλώνοντας σε ένα σπίτι όπου η μουσική ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς σου, θυμάσαι πότε συνειδητοποίησες ότι αυτή η σχέση θα μπορούσε να καθορίσει τη ζωή και την πορεία σου; Δεν υπήρξε ποτέ μια συγκεκριμένη στιγμή που να είπα «Αυτό θέλω να κάνω». Όλα προέκυψαν πολύ οργανικά, μέσα από συγκυρίες, εμπειρίες και ανθρώπους που βρέθηκαν στον δρόμο μου την κατάλληλη στιγμή. Η μουσική υπήρχε πάντα στη ζωή μου, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και με διαμόρφωνε καθημερινά, χωρίς καν να το αντιλαμβάνομαι. Δεν ήταν μια συνειδητή απόφαση, αλλά κάτι που εξελισσόταν φυσικά μέσα μου. Κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω ότι η μουσική δεν ήταν ποτέ απλώς ένα ενδιαφέρον ή ένα χόμπι, ήταν ένας τρόπος να εκφράζομαι, να επικοινωνώ και να κατανοώ καλύτερα τον κόσμο γύρω μου.
–Υπήρξε κάποια συνεργασία ή εμπειρία που λειτούργησε ως καθοριστικό σημείο στην καλλιτεχνική σου διαδρομή και σε έκανε να δεις διαφορετικά τον εαυτό σου ως ερμηνεύτρια; Η συνεργασία μου με τον Γιώργο Νταλάρα ήταν, χωρίς αμφιβολία, ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της πορείας μου μέχρι σήμερα. Με επηρέασε βαθιά, τόσο ερμηνευτικά όσο και συνολικά ως καλλιτέχνιδα. Μέσα από αυτή τη συνεργασία ωρίμασα, έμαθα να προσεγγίζω διαφορετικά το τραγούδι και απέκτησα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σε αυτό που κάνω. Ήταν μια εμπειρία που με βοήθησε να εξελιχθώ και να εμπιστευτώ περισσότερο τη φωνή και το καλλιτεχνικό μου ένστικτο.
–Η μετάβαση από νηπιαγωγός σε μουσικός, ήταν μια εύκολη απόφαση; Πώς βίωσες τη διαδικασία; Δεν θα τη χαρακτήριζα ακριβώς ως μετάβαση, γιατί η μουσική και η ενασχόλησή μου με τα παιδιά συνυπήρχαν στη ζωή μου για πολλά χρόνια. Δεν χρειάστηκε κάποια στιγμή να εγκαταλείψω το ένα, για να ακολουθήσω το άλλο. Απλώς, όσο περνούσε ο καιρός, η μουσική άρχισε να καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερο χώρο στην καθημερινότητά μου και τελικά με κέρδισε. Ήταν μια εξέλιξη που ήρθε πολύ φυσικά και όχι μέσα από κάποια δύσκολη ή απότομη απόφαση.
–Υπήρξε κάποια περίοδος που πίστευες ότι η μουσική θα παρέμενε απλώς ένα μεγάλο πάθος και όχι η βασική σου επαγγελματική ενασχόληση; Ναι, για πολλά χρόνια έλεγα πως δεν θα ήθελα να κάνω το χόμπι μου επάγγελμα. Τελικά, όμως, η ζωή είχε άλλα σχέδια και τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Από την άλλη, ξέρω ότι πρόκειται για έναν αρκετά επισφαλή χώρο και ότι ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα σε βάθος χρόνου. Παρ’ όλα αυτά, θέλω να πιστεύω ότι αυτό που χτίζω, δεν θα είναι κάτι παροδικό και ότι θα συνεχίσω να κάνω αυτό που αγαπώ και τα επόμενα χρόνια.
–Πιστεύεις ότι αυτή η επίγνωση – ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο και πως όλα μπορούν να αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη – είναι τελικά κάτι που βοηθά έναν καλλιτέχνη να παραμένει προσγειωμένος; Φυσικά! Νομίζω πως είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι τίποτα δεν είναι μόνιμο ή εξασφαλισμένο. Αυτό από τη μία σε κρατά προσγειωμένο και σε βοηθά να μην θεωρείς τίποτα δεδομένο. Από την άλλη, λειτουργεί και ως κίνητρο, για να εξελίσσεσαι διαρκώς, να δουλεύεις περισσότερο και να προσπαθείς να γίνεσαι καλύτερος σε αυτό που κάνεις. Όταν έχεις επίγνωση ότι όλα μπορούν να αλλάξουν, αντιμετωπίζεις διαφορετικά τόσο τις επιτυχίες όσο και τις δυσκολίες.

–Μιλώντας για προσδοκίες και για όλα όσα κουβαλά ένας άνθρωπος στην πορεία του, δεν μπορώ να μην σε ρωτήσω για κάτι που έχεις αναφέρει και η ίδια στο παρελθόν. Μεγαλώνοντας ως κόρη του Πάνου Κατσιμίχα, υπήρξε μια περίοδος που σε φόβιζε η σύγκριση και το βάρος που μπορεί να φέρει ένα τόσο αναγνωρίσιμο όνομα. Σήμερα, νιώθεις ότι αυτός ο φόβος έχει καταλαγιάσει και ότι έχεις αρχίσει να διαγράφεις τη δική σου, ανεξάρτητη πορεία; Νιώθω ότι από την πρώτη στιγμή προσπαθούσα να χτίσω κάτι δικό μου και να βρω τη δική μου φωνή μέσα στη μουσική. Παρ’ όλα αυτά, είναι αλήθεια ότι στην αρχή υπήρχε ένας φόβος γύρω από τη σύγκριση με τον πατέρα μου και το πώς μπορεί να με δει ο κόσμος. Με τον καιρό, όμως, βλέποντας πώς εξελίσσονται τα πράγματα και ότι η δική μου πορεία κρίνεται για αυτό που πραγματικά είναι, αυτός ο φόβος μειώνεται όλο και περισσότερο. Νιώθω ότι δεν υπάρχει κάποια άμεση σύνδεση με την οικογένειά μου, που να εμποδίζει ή να καθορίζει τη διαδρομή μου και αυτό είναι πολύ απελευθερωτικό.
–Και ο πατέρας σου; Γνωρίζοντας πολύ καλά τις ομορφιές αλλά και τις δυσκολίες αυτού του χώρου, προσπάθησε ποτέ να σε αποτρέψει από το να ακολουθήσεις τον ίδιο δρόμο; Σίγουρα με είχε προειδοποιήσει για τις δυσκολίες και είχαμε μιλήσει πολύ για όλα αυτά. Όταν, όμως, κατάλαβε ότι αυτό είναι πραγματικά που θέλω να κάνω, μου είπε με πολύ απλά λόγια: «Άσε τα υπόλοιπα, αφού αυτό θέλεις». Και αυτό έκανα!
–Όταν του παρουσιάζεις ένα καινούργιο τραγούδι ή του μιλάς για μια νέα συνεργασία, ποια ιδιότητα υπερισχύει; Του πατέρα ή του μουσικού; (Γελάει) Και οι δύο, ανάλογα με τη συνθήκη και τη συμβουλή που θέλει να μου δώσει κάθε φορά. Υπάρχουν στιγμές που θα μιλήσει περισσότερο ως μουσικός και άλλες που θα λειτουργήσει καθαρά ως πατέρας. Νομίζω, όμως, ότι στο τέλος της ημέρας υπερισχύει πάντα ο μπαμπάς.
–Ακούς τη γνώμη του ή υπάρχουν και φορές που νιώθεις την ανάγκη να ακολουθήσεις τον δικό σου δρόμο, ακόμη κι αν διαφωνείτε; Νομίζω πως με τους γονείς μας πάντα υπάρχει μια παραπάνω αντίδραση ή μια μικρή κόντρα, ακριβώς επειδή είναι οι γονείς μας. Σε γενικές γραμμές, όμως, τον συμβουλεύομαι και τον ακούω, γιατί γνωρίζω πολύ καλά ότι έχει πολύ περισσότερη εμπειρία και γνώσεις από εμένα. Ακόμη κι όταν επιλέγω να κάνω κάτι διαφορετικό, η γνώμη του είναι πάντα σημαντική για μένα.
–Και ενώ μιλάμε για τραγούδια, στίχους και δημιουργούς που έχουν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι, ζούμε ταυτόχρονα σε μια εποχή όπου η μουσική ανακαλύπτεται και ταξιδεύει μέσα από εντελώς διαφορετικά κανάλια. Περίμενες ποτέ ότι ένα τραγούδι βασισμένο σε στίχους του Άλκη Αλκαίου θα μπορούσε να γίνει viral στο TikTok και να βρει τον δρόμο του σε ένα τόσο νεανικό κοινό; Όχι, δεν το περίμενα, ειδικά αν σκεφτεί κανείς το είδος των τραγουδιών που συνήθως γίνονται viral σήμερα. Ήταν πραγματικά σοκαριστικό, αλλά ταυτόχρονα πολύ ευχάριστο. Νομίζω ότι απέδειξε πως όταν ένα τραγούδι έχει κάτι ουσιαστικό να πει, μπορεί τελικά να βρει τον δρόμο του προς τον κόσμο, ακόμη και μέσα από τις πιο απρόσμενες διαδρομές.

–Πώς βίωσες την απότομη αναγνωρισιμότητα; Ήταν αρκετά τρομακτικό στην αρχή. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα από μια σχετική «αφάνεια», σε μια πολύ πιο εμφανή θέση και χρειάστηκε χρόνος, για να το διαχειριστώ. Σήμερα το έχω συνηθίσει περισσότερο και έχει αρχίσει να αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς μου. Υπάρχουν, βέβαια, στιγμές που μπορεί να γίνει λίγο πιεστικό ή αμήχανο, αλλά στο τέλος της ημέρας όλα είναι θέμα προσαρμογής και διαχείρισης.
–Έχεις πει ότι θέλεις να παραμείνεις ο άνθρωπος που ήσουν πάντα. Πόσο εύκολο είναι αυτό, όταν ξαφνικά σε αναγνωρίζουν περισσότεροι άνθρωποι στον δρόμο; Δεν το βρίσκω ιδιαίτερα δύσκολο. Αντιθέτως, νιώθω πως αυτή είναι η περίοδος που δίνω ακόμη μεγαλύτερη σημασία στη Μαριάνα ως άνθρωπο. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να προστατεύω τον εαυτό μου και να μην χαθώ, μέσα σε όλο αυτό που συμβαίνει. Προσπαθώ να θυμάμαι ποια είμαι, τι με κάνει χαρούμενη και τι έχει πραγματικά αξία για μένα, ανεξάρτητα από όσα συμβαίνουν επαγγελματικά.
–Παρακολουθώντας σε, έχω την αίσθηση ότι, παρά την εξωστρέφεια που απαιτεί η δουλειά σου, έχεις ανάγκη τον προσωπικό σου χώρο και τις στιγμές απομόνωσης. Πώς βρίσκεις την ισορροπία ανάμεσα στα δύο; Είμαι σίγουρα ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη τον προσωπικό του χώρο, όπως οι περισσότεροι. Παράλληλα, όμως, είμαι πολύ κοινωνική και εξωστρεφής, οπότε αυτή η ισορροπία έρχεται αρκετά φυσικά για μένα. Πιστεύω ότι πάντα μπορείς να βρεις χρόνο να αποστασιοποιηθείς λίγο, να ξεκουραστείς και να επιστρέψεις στον εαυτό σου. Οπότε, ναι, θεωρώ ότι οι δύο αυτές πλευρές μπορούν να συνυπάρξουν.
–Μιλώντας για τη δημόσια συζήτηση που πολλές φορές συνοδεύει ένα τραγούδι, δεν μπορώ να μην σε ρωτήσω για το «Βαλς των Χαμένων Ονείρων», που τελικά έγινε «Βαλς των Ονείρων». Πώς βίωσες όλη αυτή τη συζήτηση γύρω από την αλλαγή του τίτλου; Δεν το βίωσα ιδιαίτερα έντονα, για να είμαι ειλικρινής. Πιστεύω πως η μουσική είναι εδώ για να μας ενώνει και όχι για να δημιουργεί πόλωση ή αντιπαραθέσεις. Υπήρξε ένα αίτημα, κρίθηκε σωστό να ικανοποιηθεί και από εκεί και πέρα προχωρήσαμε. Το σημαντικό για μένα ήταν πάντα να φτάσει το τραγούδι στον κόσμο και όχι να μείνουμε στη συζήτηση γύρω από τον τίτλο του.
–Και τελικά, τι σου άφησε όλη αυτή η ιστορία; Μου έχει δώσει πάρα πολλά πράγματα. Κυρίως μεγαλύτερη ωριμότητα και καλύτερη ικανότητα διαχείρισης, τόσο σε πρακτικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Μέσα από τέτοιες καταστάσεις, μαθαίνεις να αντιμετωπίζεις διαφορετικές απόψεις, να διαχειρίζεσαι τη δημόσια έκθεση και να παραμένεις συγκεντρωμένος σε αυτό που έχει πραγματικά σημασία για σένα.
–Και επειδή ένα μεγάλο μέρος αυτής της προβολής, αλλά και της συζήτησης πλέον γίνεται μέσα από τα social media, πιστεύεις ότι αυτή η «ευκολία» τού να φτάσει κανείς στο κοινό του, έχει και κάποιο τίμημα; Αν ξέρεις να το διαχειριστείς, δεν νομίζω ότι αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα. Είναι ένα χαρακτηριστικό της εποχής μας και θεωρώ σημαντικό να προσαρμοζόμαστε στις αλλαγές. Όταν δεν υπάρχει υπερβολή ή υπερχρήση, μπορεί να λειτουργήσει ως ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για έναν καλλιτέχνη.

–Σε ανησυχεί το γεγονός ότι πολλές φορές, ειδικά στην εποχή των social media, η εικόνα φαίνεται να προηγείται της μουσικής; Με ανησυχεί πολύ, ναι. Δυστυχώς είναι ένα φαινόμενο που συναντάμε όλο και πιο συχνά στις μέρες μας. Θέλω, όμως, να πιστεύω ότι εξακολουθεί να υπάρχει μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που αναζητά την ουσία και δίνει μεγαλύτερη σημασία στη μουσική και στο περιεχόμενο παρά στην εικόνα.
–Σε προσωπικό επίπεδο έχεις βρεθεί ποτέ αντιμέτωπη με σχόλια για την εικόνα σου; Φυσικά και έχω ακούσει πολύ άσχημα σχόλια. Στην αρχή με στενοχωρούσαν και με επηρέαζαν περισσότερο. Πλέον, όμως, τα αντιμετωπίζω με μεγαλύτερη απάθεια και αρκετό χιούμορ. Δεν μπορούμε, ούτε χρειάζεται, να αρέσουμε σε όλους. Όπως έχω ξαναπεί, θεωρώ ότι οι άνθρωποι που μπαίνουν στη διαδικασία να γράφουν τέτοια σχόλια, μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα ευτυχισμένοι με τη δική τους ζωή. Οπότε, περισσότερο στενοχωριέμαι για εκείνους παρά για όσα λένε.
–Υπάρχει κάτι που εξακολουθείς να ονειρεύεσαι, αλλά δεν έχεις ακόμη τολμήσει να το πεις δυνατά; Πρόσφατα βρέθηκα στη σκηνή του Λυκαβηττού με τους Πυξ Λαξ και άκουσα 7000 ανθρώπους να τραγουδούν το τραγούδι μου. Μετά από μια τέτοια στιγμή, ειλικρινά δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω. Από εκεί και πέρα, ό,τι έρθει, το περιμένω με ανοιχτή αγκαλιά. Τα όνειρα δεν σταματούν ποτέ, απλώς αλλάζουν μορφή στην πορεία.
–Αν μπορούσες να γυρίσεις πίσω και να πεις κάτι στη Μαριάνα πριν από το πρώτο της τραγούδι, τι θα ήταν αυτό; «Να μη φοβάσαι. Να εμπιστεύεσαι λίγο περισσότερο τον εαυτό σου και να συνεχίσεις να κάνεις αυτό που αγαπάς. Και να ξέρεις πως, όταν κάτι είναι πραγματικά για σένα, θα έρθει στη ζωή σου τη στιγμή που πρέπει, συχνά χωρίς καν να το περιμένεις».
- INFOΗ συναυλία της Μαριάνας Κατσιμίχα και της Ματούλας Ζαμάνη, θα πραγματοποιηθεί στις 19 Ιουνίου, στις 21:00, στο Θεατράκι του Κοινοτικού Πάρκου Λυμπιών. Εισιτήρια: More.com