Ο τίτλος είμαι κλεμμένος από Prince, όπως αρμόζει στο θέμα.
Πήγα πρόσφατα σε μια συναυλία του νεανικού βρετανικού indie συγκροτήματος Black Country New Roads στην Αθήνα. Ταλαντούχα παιδιά, ξέρανε τόσα όργανα και μας έκαναν επίδειξη. Μόνο που ήταν άχρωμα, άοσμα και άγευστα. Δεν είχαν κάτι να πουν, ένα συνολικό όραμα. Εντάξει αναφέρθηκαν στο τέλος «to our brothers and sisters in Palestine», αλλά αυτό από μόνο του είναι σαν σταυροκόπημα φορτηγατζή έξω από κάθε εκκλησία.
Σαν λίγο να έκαναν στους θεατές χάρη που έπαιζαν τα καλογραμμένα τραγούδια τους. Βλέποντάς τους σκεφτόμουν ότι θα μπορούσαν να παίζουν εξίσου καλά και αδιάφορα οποιοδήποτε είδος μουσικής. Η συγκεκριμένη επιλογή ήταν προϊόν τύχης, εποχής, παρεών. Άνεσης όχι ανάγκης. Και μιλάμε για μια από τις καλύτερες περιπτώσεις, με σχετικά διακριτό ήχο και μεγάλη κριτική αποδοχή.
Μπορεί πολιτικά να μην ταυτίζομαι μέχρι τέλους με τη σκέψη του πολιτικού φιλόσοφου, blogger και μουσικογραφιά Mark Fisher (1968 – αυτοκτονία 2017), αλλά αισθητικά με βρίσκει απολύτως σύμφωνο στα γραπτά του εκείνα που υποστηρίζει ότι η ποπ μουσική για τις μάζες είναι σε πολλές περιπτώσεις πιο ανατρεπτική και «επικίνδυνη» από την εναλλακτική μουσική του 21ου αιώνα (η οποία παραδοσιακά είχε πιο ριζοσπαστική δυναμική).
Ο Fisher αναζητά (στη μουσική, τη λογοτεχνία, το σινεμά) τις αισθητικές εκείνες εμπειρίες οι οποίες βρίσκονται τόσο εκτός του οικείου πεδίου πρόσληψης που λειτουργούν εκ των πραγμάτων αποπροσανατολιστικά, και έτσι οδηγούν στην επιθυμία φαντασιακής θέσμισης ενός νέου νοητικού και κοινωνικού χάρτη, πέρα από το απρόβλεπτο και το ασύλληπτο.
Βοηθητική προς αυτή την κατεύθυνση είναι και η σκέψη της Γαλλίδας φιλοσόφου και μουσικού Agnès Gayraud, η οποία στο βιβλίο της Η διαλεκτική της ποπ (2019), που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Fagotto, αναπτύσσει ιστορικά την τελεολογία του τρίλεπτου ποπ αριστουργήματος σαν τον γρηγορότερο δρόμο για τον παράδεισο επί της γης, έστω με τα δομικά στοιχεία του αμερικάνικου ονείρου.
Μόνο που βέβαια αυτά τα τρία λεπτά δεν πρέπει να τελειώσουν ποτέ, είτε μέσω αέναων επαναλήψεων (η βελόνα του πικάπ που επιστρέφει στο πρώτο αυλάκι του σινγκλ), είτε ευρύτερα μέσω μιας άχρονης σιδηράς νιότης (που πρακτικά σημαίνει το κρυφτό με τον θάνατο στα στενά του σεξ, των ντραγκς και του ροκ εν ρολ).
Ανεξάρτητα όμως από αυτά τα γνωστά και υπαρκτά όρια, η απόλαυση που δίνει η ακρόαση ενός μεγάλου ποπ τραγουδιού στην εποχή του υπόσχεται έναν καλύτερο κόσμο για όλους, με προσωπική αυτοπραγμάτωση και κοινωνική αλληλεγγύη. Χωρίς βία, μίσος και αποκλεισμούς. Με δημοκρατία (για αυτό οι δικτατορίες δεν μπορούν να πουλήσουν ποπ της προκοπής — αντιθέτως την τρέμουν, όπως και την κωμωδία), ερωτική αποδοχή και κοινωνική ανέλιξη. Ναι, τίποτα άλλο, κάνει και καφέ; Προφανώς είναι ψέμα, απάτη. Αλλά κατά μία έννοια είναι αθώα, ανώδυνη. Και δίνει πολλά περισσότερα από όσα ζητάει. Τις περισσότερες φορές μάλιστα ξεκινάει από τα κάτω.
Το Kylie που ανέβηκε πρόσφατα στο Netflix είναι ο καλύτερος συνήγορος των θέσεων που υποστηρίζω σε αυτό το άρθρο. Από το ντοκιμαντέρ για τη Αυστραλέζα Minogue κρατάω το πώς μια τραγουδίστρια με φωνή περιορισμένων δυνατοτήτων (η ίδια σε μια συνέντευξη στην ταινία βαθμολογεί τον εαυτό της με 5/10) κατάφερε μέσω συνεχούς αισθητικής εκλέπτυνσης να υπερβαίνει την εκάστοτε δημόσια εικόνα της.
Μέχρι που μπαίνοντας στα τριάντα της (ενώ είχε περάσει μια δεκαετία σχεδόν στα αζήτητα), στην ηλικία που αυτά τα κορίτσια συνήθως εξαφανίζονται αθορύβως, μας έδωσε το LP Fever με τα αξεπέραστα λυρικά bangers του (In your eyes, Can’t Get You Out Of My Head, Love At First Sight) και βγήκε δια παντός εκτός συναγωνισμού.
Μετά από τη μάχη με δυο καρκίνους (στα πλάνα από τον πρώτο μοιάζει άυλη, σαν να έχει περάσει ήδη στην άλλη πλευρά), συνεχίζει να παίζει δίωρα shows για το ετερόκλητο κοινό που τη λατρεύει, από αυτούς που τη νιώθουν σαν το αξιαγάπητο κορίτσι της διπλανής πόρτα, μέχρι εκείνους που πρόβαλλαν τον δικό τους κατατρεγμό στην απαξίωση και τις προσβολές που δέχτηκε με στωικό χαμόγελο η Kylie για πολλά χρόνια στην καριέρα της.
Κι εδώ ακριβώς κολλάει μια από τις εύστοχες παρεμβάσεις του Nick Cave στο ντοκιμαντέρ, που σχολιάζει πως όταν κάποιος έχει το χάρισμα να προκαλεί το αίσθημα της ευτυχίας σε τόσους πολλούς ανθρώπους, δεν έχει κανένα λόγο να στραφεί στην indie μουσική, η οποία είναι αυτή που παίζουν κατά ανάγκη οι δυστυχισμένοι άνθρωποι, όπως αυτός, που απεχθάνονται το είδος μας.
Ελεύθερα, 14.6.2026